«Γη μέσα στον οίναπα πόντο» την αναφέρει ο Ομηρος
Ο Νίκος Καζαντζάκης τη θεωρούσε γιοφύρι ανάμεσα σε τρεις ηπείρους, ο Paul Faure τη χαρακτήριζε ήπειρο στην οποία οι θεοί και οι μύθοι είναι εσαεί παρόντες στην καθημερινότητα των ανθρώπων, ο Ζακ Λακαριέρ την παρομοίαζε με απέραντο καθρέφτη όπου η Ελλάδα μεγεθύνεται, αποκαθαίρεται, μετουσιώνεται…
Τι είναι η Κρήτη, λοιπόν;
Ισως όλα τα παραπάνω μαζί, ίσως κι αυτά που με τόση σιγουριά τόνισε ο Δημήτρης Αναλις: «Ενας κόσμος μυθικός, ανοικτός και φιλόξενος» κι ας είναι «το κάθε βουνό της ένα ξεχωριστό νησί».
Που θα πει, νομίζω, πως δεν υπάρχει μόνο μία Κρήτη…

Οταν συλλογιέμαι την Κρήτη, τη φαντάζομαι στην πιο καλή της ώρα.
Σταυροδρόμι λαών και πολιτισμών, «γη μέσα στον οίνοπα πόντο», όπως είπε ο Ομηρος, «νησί στη μέση της μεγάλης πράσινης θάλασσας», όπως γράφουν οι αιγυπτιακές πινακίδες όταν αναφέρονται στην πατρίδα των Keftiw, των Κρητικών δηλαδή.
Τη φαντάζομαι καράβι τρικάταρτο που κουβαλά τα καλούδια της -δίκταμο και κρόκο, κρασί και λάδι κι έργα μεταλλοτεχνίας- στα λιμάνια του Νότου, στις ακτές της Ανατολής.
Κι από κει τη φαντάζομαι να φορτώνει χρυσάφι κι ασήμι κι ελεφαντόδοντο, πρώτες ύλες για τους τεχνίτες του τόπου.
Ταξιδεύουν οι πραμάτειες, οι άνθρωποι, οι γραφές, οι συνήθειες, ταξιδεύουν μαζί τους κι οι θεοί (η περίφημη βλαστική θεότητα του προϊστορικού μας κόσμου).
Αυτός ήταν ο πρώτος μεγάλος πολιτισμός που άνθησε στο νησί, ο προϊστορικός, που οι λόγιοι τον είπαν μινωικό, κι ήταν ένας πολιτισμός ανοικτών οριζόντων.
Σταματώ πάλι στη σωστή παρατήρηση του Αναλι. Τόπος ανοικτός! Και συλλογιέμαι πως αυτό είναι το πεπρωμένο του τόπου μου. Οι ανοιχτοί ορίζοντες!
Η θάλασσα που γίνεται δρόμος επικοινωνίας, ανταλλαγών και διαλόγου. Ναυτιλία κι εμπόριο, θάλασσες που ενώνουν τους κόσμους.
Μινωικά τεχνουργήματα που ταξιδεύουν σε κάθε γωνιά της Μεσογείου. Κυκλαδικά ειδώλια κι αιγυπτιακά αντικείμενα που εισάγονται στην Κρήτη. Κι ανάμεσά τους ένας ελεφάντινος θρόνος φερμένος από τη μακρινή Ανατολή για να γίνει έδρα του μεγάλου θεού που πέθαινε κάθε χρόνο κι αναστηνόταν κάθε χρόνο.
Ενα απίστευτο αλισβερίσι ήταν τότε η Κρήτη. Οι κρητικές τοιχογραφίες στην Tell El Dab’a, την αρχαία Αβαρι, το μαρτυρούν.
Κρήτες τεχνίτες τις ζωγράφισαν αφήνοντάς μας μια σπουδαία μαρτυρία για το τι σημαίνει διάλογος ανάμεσα σε λαούς και πολιτισμούς.
Κάθε φορά που είναι να μιλήσω για την Κρήτη θυμάμαι τους νόμους της Γόρτυνας, θυμάμαι τις χίλιες τοιχογραφημένες εκκλησιές της, τους τετρακόσιους σπηλαιώδεις ναούς, «τους θεούς της, που είναι τόσο κατανυχτικά ανθρώπινοι», όπως εύστοχα σημείωσε ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος· θυμάμαι κι εκείνο το σπουδαίο ιερό της Γόρτυνας, όπου προσέρχονταν εθνικοί και χριστιανοί και Εβραίοι, όλοι στον ίδιο βωμό, κι άφηναν αναμμένα λυχνάρια – προσφορά στον Υψιστο Θεό. Στον ίδιο Θεό.
Οι θρησκείες δεν χώριζαν. Ενωναν.
Κι ύστερα ταξιδεύει ο νους στα χρόνια της Βενετιάς. Στον Ερωτόκριτο, στον Κατζούρμπο, στην Ερωφίλη. Στις στρατιές των Κρητικών που κατάφεραν να κινήσουν τον τροχό της ιστορίας και ν’ ανοίξουν δρόμους καινούργιους. Κορνάρος, Χορτάτζης, Δαμασκηνός, Θεοφάνης, Κλώντζας. Αλλος διάλογος και τούτος.
Με τη Δύση, με την Ευρώπη της Αναγέννησης. Ανοικτοί ορίζοντες πάλι.
Με τις γαλέρες να μεταφέρουν σε κάθε γωνιά της Ευρώπης μοσχάτα και μαλβαζίες, τα φημισμένα κρασιά του τότε κόσμου.
Κι άλλες γαλέρες να φορτώνουν χιλιάδες εικόνες για τη Βενετία και γι’ άλλα λιμάνια, σ’ Ανατολή και Δύση. Εξαγωγές έργων τέχνης!
Εργων που παράγονταν στα εκατοντάδες εργαστήρια ζωγραφικής των κρητικών πόλεων.
Σ’ αυτά τα εργαστήρια μαθήτεψε και διέπρεψε ο Γκρέκο, ο δικός μας Θεοτοκόπουλος, γέννημα και θρέμμα του Χάνδακα, ο κορυφαίος μιας εποχής, ο ζωγράφος που κατάφερε να ταιριάσει τις βυζαντινές του καταβολές με την αναγεννησιακή ορμή της Ευρώπης.
Κάθε φορά που είναι να μιλήσω για τον τόπο μου σκέφτομαι την «Πάνω Κρήτη, την κρουφή πατρίδα» του Καζαντζάκη. Κι αφήνω τη σκέψη μου να ταξιδέψει σ’ ένα αύριο που θα μοιάζει με τις πιο καλές στιγμές της ιστορίας. Χωρίς τα μικρά και στενάχωρα που ταλανίζουν το σήμερα, χωρίς στρεβλώσεις που βαφτίζονται έθιμα, χωρίς νεοφανή στερεότυπα που καθαγιάζονται σαν ιερές παραδόσεις.
Χωρίς τις μεγάλες ελλείψεις υποδομών, χωρίς τα μεγάλα λόγια (αεροδρόμια που εξαγγέλλονται κάθε ένα ή δύο χρόνια, δρόμους που σχεδιάστηκαν το 1960 κι ακόμη δεν έγιναν).
Σκέφτομαι κι εκείνη την «κρητική ματιά», επινόηση πάλι του Καζαντζάκη, που «δε θα πει να διώξουμε το δυτικό, ανατολικό, αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, θα πει να συνθέσουμε όλα αυτά κι προπάντων αυτό το καινούργιο που αναβρύζει μέσα μας, και να ζήσουμε μια νέα, πιο πλατιά, πιο γενναία και πιο υπεύθυνη αντίληψη της ζωής».
