Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πάνω από τα κεφάλια των θεατών αιωρείται μια τεράστια ντισκομπάλα σε σχήμα νεκροκεφαλής, που λαμπυρίζει νεκρώσιμα. Πάνω της, ένα μαύρο στέμμα, διακοσμημένο με ακάνθινο στεφάνι. Ακούγεται δυνατά μουσική μέταλ.

Ολα, από τα κοστούμια μέχρι τις ερμηνείες και τα σκηνικά είναι σε διάθεση πανκ-ροκ. Μαύρα μάτια σε λευκές επιδερμίδες, καρφιά σε αναγεννησιακά παλτά και δαντέλες σε γκόθικ φουστάνια.

Ο Ριχάρδος ο Γ’ περιφέρει το καμπουριασμένο σώμα του, πάνω στο κουτσό του πόδι. Εχει πολλά να κάνει. Η Αγγλία πρέπει να περάσει υπό την εξουσία του. Ο βασιλιάς Εδουάρδος πρέπει να πεθάνει, και μαζί μ’ αυτόν ακόμη πέντε-έξι – αδέρφια, παιδιά, κόρες, σύζυγοι. Ο Ριχάρδος έχει φουλ πρόγραμμα ξεπαστρέματος. Λοιδορεί την εξουσία, σφετερίζεται τον θρόνο, δολοφονεί κατά συρροή.

Αυτός ο ξεγοφιασμένος σκαντζόχοιρος, ο ματαιόδοξος εραστής του εαυτού του, δεν είναι παρά ένας σύγχρονος διάολος, που ξελογιάζει ακόμη και τις γυναίκες όσων έχει δολοφονήσει. Δεν είναι δόλιος ο Ριχάρδος.

Δεν αιθεροβατεί. Μας πετάει στα μούτρα την αλήθεια του, ενώ ρίχνει κομμένα κεφάλια στους κάδους, τρώγοντας ποπ κορν. Και τολμά να αυτοκριτικάρεται, χαμογελώντας χαιρέκακα, με κύριο αποδέκτη, τον εαυτό του.

Ο εξαιρετικός σκηνοθέτης Τάκης Τζαμαργιάς προκαλεί τον ήρωα ν’ αποκτήσει αντρική υπόσταση, μέσα από το σώμα μιας γυναίκας. Το τέλειο έγκλημά του, το ανέβασμα της παράστασης «Ριχάρδος ο Γ’» του Σέξπιρ στο «Σύγχρονο θέατρο», το αναθέτει στην ηθοποιό Καίτη Κωνσταντίνου να το φέρει εις πέρας.

Με τη σειρά της, υπακούοντας στις σκοτεινές διαθέσεις του σκηνοθέτη, η Κωνσταντίνου μετατρέπεται σε έναν υβριδικό, ροκ υπονομευτή του βασιλείου της Αγγλίας, απογειώνοντας ρόλο, έργο και θεατές. Και το κάνει, με τον μόνο τρόπο που έχει αποδειχτεί ιστορικά πως φέρει πάντα αποτέλεσμα: εξουσιάζει, σκοτώνοντας κυνικά, ερωτοτροπεί, γοητεύοντας μοχθηρά, πραγματοποιεί, διαλύοντας θεληματικά. Και όλα αυτά, κοιτάζοντας κατάματα τους θεατές, κάνοντάς τους, έτσι, συνένοχους.

Πόσο τη φχαριστήθηκα αυτή τη συνενοχή. Και αυτή την τόσο αθώα, σχεδόν παιδική στην αλήθεια και την απολυτότητά της, αυταρέσκεια. «Θα μπω στα έξοδα να πάρω έναν καθρέφτη», συλλογίζεται φωναχτά ο Ριχάρδος, όταν καταλαβαίνει πόσο τρομακτικά ζοφερή γοητεία ασκεί στους γύρω του. «… μέχρι, όμως, να γίνει αυτό, λάμπε ήλιε ψηλά στον ουρανό, να βλέπω τη σκιά μου!».

Μετά από τέτοιες δηλώσεις, καταθέτουμε ταπεινά τα σέβη μας. Οχι στον Σέξπιρ, όχι στον Τζαμαργιά, όχι στην Κωνσταντίνου, ούτε στον εξαμελή υπόλοιπο θίασο -που ήταν ένας κι ένας-, αλλά στον ίδιο στον καθρέφτη… τους; Ή μήπως, μας;

Εχει, στ’ αλήθεια, σημασία; Πόσο νόημα μπορεί να έχει πώς μοιάζει το είδωλό τους (ή μας) σε έναν καθρέφτη; Το μόνο που έχει σημασία, είναι πως ο καθρέφτης είναι κοινός. Ιδιος για όλους. Και γι’ αυτούς και για μας. Και για τον Ριχάρδο (της όποιας εποχής) και για τον Εδουάρδο και για τις γυναίκες τους και για τα νόθα παιδιά τους και για τους δολοπλόκους συνεργάτες τους και για τη γάτα τους μαζί. Και για μας όλους, ανεξαιρέτως… Μακάριοι οι πιστεύσαντες τω αντιθέτω…

Τι κι αν στο τέλος, νεκροί και αποκαμωμένες ενοχές ξαναζωντανεύουν στο μυαλό του (όποιου) Ριχάρδου, αναγκάζοντάς τον να αναφωνήσει: «Ενα άλογο! Το βασίλειό μου για ένα άλογο!».

Δυστυχώς Ριχάρδοι μου και αξιολάτρευτοι εαυτοί υμών και ημών, όλα ανάγονται στην «ευαισθησία στις αρχικές συνθήκες»: από ένα καρφί, χάνεται το πέταλο. Από ένα πέταλο, χάνεται το άλογο. Από ένα άλογο, χάνεται η μάχη. Από μία μάχη, χάνεται ο πόλεμος.

Από έναν πόλεμο, χάνεται το βασίλειο. Καθαρά και ξάστερα και πλήρως αποδεδειγμένα από τη Θεωρία του Χάους… Μακάριοι οι πιστεύσαντες τη (παρ-)αλόγω αυτοδιαθέσει εαυτών εαυτοίς, καθώς τα πάντα εν ευαισθησία των αρχικών συνθηκών ποιήσονται. Ολα τ’ άλλα είναι απλώς αντικατοπτρισμοί. Στον ίδιο όμως πάντα καθρέφτη.