Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε ένα προηγούμενο άρθρο μου, με τον τίτλο «Αν ήταν ένας κόσμος λογικής και αρετής;» («Εφ.Συν.», 7-10-2015), είχα θέσει το πρακτικά χρήσιμο ερώτημα: πώς θα ήταν σε διάφορες εκφάνσεις του -γεωπολιτικές, κοινωνικοπολιτικές, οικονομικές και οικολογικές- ο κόσμος μας, διεθνώς, αν πρυτάνευαν στις επιλογές μας η λογική και η αρετή;

Στη διερώτησή μου αυτή, και μάλιστα σε ένα γενικότερο περιβάλλον που διακατέχεται ιδεολογικά από τον ρεαλισμό, τον τεχνοκρατικό ωφελιμισμό και τον πραγματισμό, η έννοια της αρετής ακούγεται πλήρως αντιρεαλιστική, αναποτελεσματική και, ίσως και χλευαστικά, ντεμοντέ αλλά και αφελής (κάτι σαν με το «πού πας ρε Καραμήτρο;»).

Στο σημερινό κείμενό μου θα ήθελα, επεξηγηματικά περισσότερο, να αναφερθώ στο εννοιολογικό αυτό δίδυμο της λογικής και της αρετής, δίνοντάς του μια οπωσδήποτε πιο ρεαλιστική διάσταση, και συσχετίζοντάς το με κάποια πρόσφατα γεγονότα της πολιτικο-οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας.

Υπάρχει μια διαχρονικά συσσωρευμένη σοφία της ανθρωπότητας -μέσα στους πανάρχαιους πολιτισμούς της, αλλά και στη νεότερη και σύγχρονη πολιτισμική κληρονομιά της- που αν και δεν έχει μόνο θεωρητικό ή ηθικοπλαστικό χαρακτήρα, αλλά κυρίως ρεαλιστικό και πρακτικό, αγνοείται ωστόσο, στην ουσία της, τόσο στη διεθνή πολιτική θεωρία και πράξη όσο βέβαια και στην προσωπική μας ζωή, ως αίρεση βίου.

Και σε προσωπικό επίπεδο, το άτομο είναι αυτό που φέρει την ευθύνη και βιώνει, μαζί ασφαλώς και με τον περίγυρό του, τις συνέπειες αυτής του της άγνοιας και αμάθειας. Δεν είναι όμως το ίδιο όταν αναφερόμαστε, σε ένα κοινωνικά πιο διευρυμένο επίπεδο, στις επιλογές και παραλείψεις της πολιτικής ηγεσίας, όταν από αυτές εξαρτάται το μέλλον ολόκληρων λαών ή ακόμη και του ίδιου του πλανήτη.

Σε αυτή, λοιπόν, την περίπτωση χρήσιμο αλλά και ωφέλιμο θα ήταν για τις ανθρώπινες κοινωνίες αν οι πολιτικοί τους ηγέτες αφιέρωναν, με περισσότερη περίσκεψη, ταπεινοφροσύνη και ενσυναίσθηση, λίγο χρόνο για να διαβάσουν και να καταλάβουν, έστω κάποια λίγα βασικά πράγματα, από τη συσσωρευμένη αυτή πρακτική σοφία. Στην παγκόσμια, λοιπόν, αυτή πολιτισμική παρακαταθήκη, η έννοια της φρόνησης έχει πρωτεύουσα σημασία. Στην έννοια αυτή θα αναφερθώ, εν συντομία, στη συνέχεια, συνδέοντάς τη με την έλλειψή της, σε ορισμένες πρόσφατες πολιτικές επιλογές στη χώρα μας.

Η έννοια της φρόνησης (αναφέρεται συνήθως και ως πρακτική σοφία, από τα Αγγλικά), αλληλένδετη βέβαια, αριστοτελικά, με την ηθική αρετή και την ατομική, αλλά πολύ περισσότερο συνολική ευδαιμονία της κοινωνίας, απαιτεί να πράττει κανείς, σε οποιαδήποτε περίπτωση, το σωστό, με το κατάλληλο μέτρο και για τον κατάλληλο σκοπό.

Η φρόνηση, λοιπόν, που θα πρέπει να καλλιεργείται με την αρμόζουσα εκ-παίδευση, την άσκηση και τη συνήθεια, είναι μια κατάσταση, μια ιδιότητα του ανθρώπινου χαρακτήρα, που δεν στηρίζεται μόνο στον ορθό λόγο και τη γνώση, αλλά απαιτεί και τη συνύπαρξη του συναισθήματος και της ενσυναίσθησης, της διαίσθησης και της προνοητικότητας, της υπευθυνότητας και της κοινωνικής συμμετοχής και ευαισθησίας.

Πόσες άραγε από τις ιδιότητες αυτές μπορούμε να ανιχνεύσουμε σήμερα, πρωτίστως στην παγκόσμια πολιτική σκηνή, αλλά δευτερευόντως και στους ίδιους τους πολίτες των διαφόρων κρατών; Και, ερχόμενοι στη χώρα μας, πόσο φρόνιμα πράξαμε τον τελευταίο καιρό με κάποιες πολύ σημαντικές πολιτικές επιλογές μας;

Και ας αρχίσουμε με την εκβιαστικά επιβληθείσα υπογραφή -και όπως τα καταφέραμε, δεν υπήρχε τότε άλλη επιλογή- του τρίτου Μνημονίου. Πραγματικά, πόσο φρόνιμα συμπεριφερθήκαμε σε μία από τις κρισιμότερες μάχες που έδωσε η χώρα στη νεότερη Ιστορία της; Πού νομίζαμε άραγε ότι πηγαίναμε, όχι μόνο ξυπόλυτοι στ’ αγκάθια, αλλά και κατ’ ευθείαν, μεταφορικά και κυριολεκτικά στο στόμα του λύκου; (Wolfgang, στα γερμανικά, είναι αυτός που νικηφόρα εφορμά σαν λύκος).

Πόση φρόνηση δείξαμε, όταν πήγαμε να διαπραγματευτούμε με τους άσπονδους εταίρους μας, δίχως σοβαρή και αμετάκλητη εναλλακτική λύση και έχοντας αφήσει τη χώρα στα χέρια ενός αλαζονικά φερόμενου υπουργού Οικονομικών, που έχοντας ο ίδιος λυμένο το οικονομικό του πρόβλημα (θεωρούσε ανάρμοστο ως υπουργός να καθίσει στην ουρά για τα 420 ευρώ), δεκάρα δεν έδινε για όλους εμάς, αντιμετωπίζοντας το όλο τραγικό και καταστροφικό για τη χώρα συμβάν ως ένα ψυχρό παιχνίδι τζόγου;

Και τώρα, που γνωρίζουμε καλά πώς διεξάγεται ο πόλεμος, τώρα που γνωρίζουμε την απάνθρωπη στάση των θεσμών απέναντί μας, πόση φρόνηση άραγε χρειάζεται για να μην κομπάζουμε, πάλι μάλλον χωρίς σοβαρές εναλλακτικές λύσεις, διακηρύσσοντας προς κάθε κατεύθυνση ότι δεν θα δεχτούμε καμία περικοπή των κύριων συντάξεων;

Και μακάρι, βέβαια, αλλά τι θα συμβεί αν οι θεσμοί επιμένουν; Πόση φρόνηση χρειάζεται για να κατανοήσουμε επιτέλους ότι στον πόλεμο αυτόν που βιώνει η πατρίδα μας δεν είναι δυνατόν εμείς να συνεχίζουμε το πανάρχαια αρεστό μας σπορ της διχόνοιας και του αλληλοσπαραγμού, με τις εκατέρωθεν βρισιές και υπονομεύσεις; Και τέλος, βέβαια, πόση φρόνηση χρειάζεται για να συνειδητοποιήσουμε πια ότι στην προσπάθειά μας να ανέβουμε στην εξουσία θα πρέπει να σταματήσουμε να υποσχόμαστε λαγούς με πετραχήλια;

* καθηγητής Φιλοσοφίας της Τεχνοεπιστήμης στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΠΤΔΕ του ΑΠΘ