«Ασμα ασμάτων» στη Ροτόντα με κατάνυξη αλλά και παράπονα… Πώς και πώς περίμενε η Θεσσαλονίκη του πολιτισμού την προχθεσινή βραδιά στο εμβληματικό μνημείο της πόλης, που με την απαγγελία του «ερωτικού έργου» του Σολομώντα –σε μεταγραφή Γιώργου Σεφέρη– από πέντε νέους ποιητές, εγκαινίασε τον κύκλο εκδηλώσεων κοσμικού χαρακτήρα.
Και πράγματι με τον ήχο του κοντραμπάσου να συνοδεύει με τις γλυκές του νότες τις δροσερές φωνές και με τον εντελώς απαραίτητο φωτισμό, η ατμόσφαιρα έμοιαζε μαγική.
Ωστόσο, δεν έλειψαν οι διαμαρτυρίες για την κακή ηχητική, αφού το ΚΑΣ δεν επιτρέπει μεγάλες ηχητικές εγκαταστάσεις, αλλά και για τον αριθμό των θέσεων, που περιορίστηκαν αυστηρά στις 300, με αποτέλεσμα πολύς κόσμος με προσκλήσεις να μείνει απ’ έξω εκνευρισμένος.
Οι γνώμες για τον ήχο διίστανται. Κάποιοι αποδέχθηκαν την κατάσταση και απόλαυσαν τη βραδιά καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια να ακούσουν την απαγγελία μέσα στην απόλυτη ησυχία, συγκεντρωμένοι και αφοσιωμένοι, σχεδόν σε κατάσταση προσευχής – οι πρώτες θέσεις απείχαν σχεδόν έξι μέτρα από τους καλλιτέχνες.
Οι πιο πίσω, όμως, προσπαθούσαν να πιάσουν τους ήχους και τις λέξεις. Και κάποιοι άλλοι δεν συντονίστηκαν με αυτό το μήκος κύματος και είτε έφυγαν απογοητευμένοι μετά το πέρας της διοργάνωσης είτε αποχώρησαν νωρίτερα. Η αλήθεια είναι ότι ζήτημα ήχου υπάρχει. Είναι σαφές ότι η λιτή ηχητική εγκατάσταση δεν επαρκεί. Τα 40 λεπτά της απαγγελίας, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των πέντε νεαρών ποιητών, δεν τους άγγιξαν όλους. Οι πιο πίσω άκουγαν μόνο ψιθύρους.
Ενα άλλο πρόβλημα ήταν ο αριθμός των θέσεων, που το ΚΑΣ και κατ’ επέκταση η Εφορεία Αρχαιοτήτων απαιτούν να περιορίζονται αυστηρά στις 300. Το μνημείο απαιτεί σεβασμό, δεν χωράει η παραμικρή αμφιβολία. Ισως στις καλοκαιρινές εκδηλώσεις, που συζητιέται να γίνουν στον αύλειο χώρο, έξω από τη Ροτόντα, θα μπορούσε ο αριθμός των καθισμάτων να αυξηθεί.
Γεγονός είναι ότι όσοι προχθές το βράδυ ήταν μέσα, άλλοι τόσοι έμειναν απ’ έξω. Ορισμένοι διότι δεν είχαν προμηθευτεί εισιτήρια ελπίζοντας ότι θα βρουν αυθημερόν και ορισμένοι άλλοι διότι, ενώ είχαν προσκλήσεις, οι θέσεις είχαν πλέον εξαντληθεί.
Οι όροι και οι προϋποθέσεις, ωστόσο, για την εκδήλωση ήταν εξαρχής ξεκαθαρισμένοι από τις αρμόδιες υπηρεσίες:
Η διεξαγωγή μιας πρόβας (και όχι παραπάνω, όπως ζητήθηκε) μετά τις 5 το απόγευμα, όταν δηλαδή το μνημείο θα είναι κλειστό για το κοινό. Να μην υπάρχει μεγαφωνική εγκατάσταση, καθώς και άλλου τύπου κατασκευές, εκτός από τα άκρως αναγκαία φωτιστικά σώματα.
Ο αριθμός των θεατών να μην ξεπερνά τους 300. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης και της προετοιμασίας της η ασφάλεια του μνημείου θα είναι έργο του φυλακτικού προσωπικού της αρμόδιας ΕΦΑ, ενισχυμένο με προσωπικό του ΚΘΒΕ.
Σε κάθε περίπτωση η πρώτη αυτή κοσμική εκδήλωση στο μνημείο ήταν σημείο αναφοράς για το ίδιο και για την πόλη. Επρόκειτο για την υλοποίηση μιας πρότασης που είχαν καταθέσει στο ΚΘΒΕ οι πέντε νεαροί ποιητές και εγκρίθηκε μετ’ επαίνων.
Το «Ασμα Ασμάτων» απήγγειλαν οι Σταυρούλα Γάτσου, Γεωργία Τρούλη, Παναγιώτης Παπαδόπουλος και Ιωάννα Λιούτσια, ενώ ο Ειρηναίος Βρούσγος που βρίσκεται στην Αυστραλία έστειλε ηχογραφημένη απαγγελία. Εξαιρετική η παρουσία με το κοντραμπάσο του Μιχάλη Σιώνα. Την καλλιτεχνική επιμέλεια είχε ο ηθοποιός του ΚΘΒΕ Γιώργος Κολοβός.
Το «Ασμα Ασμάτων» που ο Σεφέρης μετέγραψε και όχι μετέφρασε, όπως προτιμούσε ο ίδιος να διευκρινίζει, είναι ένα λυρικό τραγούδι με διαλογική μορφή και ερωτικό περιεχόμενο: περιγράφει τον πόθο δύο αποχωρισμένων εραστών και την επανένωσή τους παρά τα εμπόδια που παρεμβάλλονται.
Τα πρόσωπα που λαμβάνουν τον λόγο είναι η Νύφη, ο Αντρας και ένας Χορός γυναικών, σε δύο περιπτώσεις ίσως και Χορός ανδρών. Η λογική σύνδεση και κατά συνέπεια η διάκριση των μερών του ποιήματος δεν είναι στις περισσότερες περιπτώσεις σαφής.
Ορισμένοι μελετητές διατύπωσαν την υπόθεση ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για ανθολογία ερωτικών ή γαμήλιων ασμάτων χωρίς ιδιαίτερη συνοχή μεταξύ τους. Οσοι, αντίθετα, υπερασπίζονται την ενότητα του ποιήματος επισημαίνουν την παρουσία των ίδιων προσώπων από αρχής μέχρι τέλους και την ομοιότητα του ύφους και των εικόνων.
Σε κάθε περίπτωση, είτε πρόκειται για ενιαίο ποίημα είτε για επιμέρους άσματα, οι επαναλήψεις και οι παραλλαγές πάνω σε συγκεκριμένα ερωτικά θέματα συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι το έργο παραδόθηκε προφορικά (πιθανώς απαγγελλόταν σε γαμήλιες τελετές), έως ότου κατεγράφη και απέκτησε την τελική του μορφή κατά πάσα πιθανότητα μεταξύ 450 και 400 π.Χ.
Αν και το περιεχόμενο του «Ασματος» είναι αναμφισβήτητα ερωτικό, ενσωματώθηκε στον εβραϊκό και τον χριστιανικό κανόνα. Οι Εβραίοι είδαν σ’ αυτό μια παράσταση της σχέσης του Γιαχβέ, δηλαδή του Θεού, με τον περιούσιο λαό του Ισραήλ. Οι χριστιανοί, τη σχέση του Χριστού με την Εκκλησία.
