Είναι κάτι σαν μανία, σαν χόμπι. Διατηρώ, σε χρονολογική τάξη, αποδείξεις αγορών από το 2012. Τις φυλάω σε ντουλαπάκι της βιβλιοθήκης, πλάι στα βιβλία της πολιτικής οικονομίας. Δεν πιάνουν τόπο∙ για την ώρα. Αν ζήσω μερικά χρόνια ακόμα και φρακάρει το ντουλαπάκι, θα δω τι θα κάνω∙ μπορεί έως τότε να ισχύει π.χ. η ηλεκτρονική αποθήκευση και τις περάσω σε στικάκι.
Και όχι μόνο τις διατηρώ, επί πλέον και τις εμπλουτίζω (…φτωχαίνοντας, αφού κάθε απόδειξη κοστίζει χρήματα, ορισμένες μάλιστα είναι πανάκριβες), με προσδοκία συνεπούς καταναλωτή, πως ίσως (κάποτε) ευεργετηθεί η καταναλωτική μου συνείδηση.
Τις διατηρώ σαν… χαροκαμένος φορολογούμενος, μήπως (κάποτε) μου ζητήσει η εφορία να αποδείξω ότι, από το 2012 και εντεύθεν, ουδέποτε υπήρξα ελέφαντας, ούτε έκανα την πάπια, παρίστανα μόνο ενίοτε τη μαϊμού, μήπως και πάρω χαμπάρι πώς σκαρώνουν τα κόλπα τους οι άλλες μαϊμούδες, οι ασύλληπτες.
Κρίμα μόνο που, τόσα χρόνια, δεν μου έκοψε να διατηρώ και τις αποδείξεις από πιστω/χρεωστικές κάρτες, που τώρα («Βήμα», 10/1) «ουσιαστικά θα μετατραπούν σε φοροκάρτες», μέσω των οποίων «οι τράπεζες θα ενημερώνουν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του υπουργείου Οικονομικών, ώστε να συμπληρώνονται αυτόματα οι σχετικοί κωδικοί των φορολογικών δηλώσεων».
Διότι μπορεί μεν ο αρμόδιος αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών να διαβεβαιώνει ότι οι ανωτέρω αποδείξεις δεν χρειάζονται, αφού πλέον όλα θα γίνονται αυτομάτως.
Αλλά, αν ο αναπληρούμενος υπουργός, που συμβαίνει και να προΐσταται του υπουργείου, αύριο-μεθαύριο, (άνθρωποι είμαστε…) έχει άλλη γνώμη; Τι θα λέμε μετά για χυλό και γιαούρτι. Διότι να καείς από χυλό δεν είναι είδηση, είναι βλακεία. Είδηση είναι να καείς από γιαούρτι. Γι’ αυτό, καλού-κακού, φύσα και το γιαούρτι! Πού ξέρεις…
Παλιά, αρχές δεκαετίας του ’90, μας είχανε γανώσει στο «Αγαπάς την Ελλάδα; Απόδειξη». Το παραλλάσσω στο πιο… ατομικιστικό: «Θέλεις το κεφάλι του ήσυχο; Αποδείξεις»…
