«Συνηθίζεται κάθε κυβέρνηση να τοποθετεί σε θέσεις-κλειδιά της κρατικής δομής, όπως είναι οι γενικές γραμματείες, οι διοικήσεις οργανισμών και παραγωγικών μονάδων, οι περιφερειακές διευθύνσεις κ.ά, δικούς της ανθρώπους, προκειμένου να υλοποιήσουν την πολιτική της.
»Δεν πρόκειται για μόνιμους διορισμούς, είναι πολιτικές θέσεις μετακλητού προσωπικού που θα αποχωρήσει σε ενδεχόμενη κυβερνητική αλλαγή. Ετσι είναι οι κανόνες του παιχνιδιού· αν μια κυβέρνηση δεν ελέγξει τον κρατικό μηχανισμό, πώς θα ασκήσει εξουσία και ποιοι θα εφαρμόσουν την πολιτική της;», αναφέρουν υπερασπιστές της κυβέρνησης έναντι των λυσσαλέων επιθέσεων που δέχεται επειδή έπραξε το «αυτονόητο».
Φυσικά, στο στρεβλό ελληνικό πολιτικό πλαίσιο λειτουργίας έχουν δίκιο, ειδικά αν είμαστε καλοπροαίρετοι και δεν υποψιαζόμαστε πρακτικές τακτοποίησης κομματικών στελεχών και συγγενικών προσώπων, εξυπηρέτηση ημετέρων συμφερόντων και ανταποδοτικές παροχές.
Σπορ στο οποίο, άλλωστε, είχαν επιδοθεί από δεκαετίες όλοι ανεξαιρέτως οι παλαιότεροι κυβερνώντες τον τόπο, με εξαιρετικές μάλιστα επιδόσεις. Σε ποιους να εμπιστευτεί, λοιπόν, η κυβέρνηση την εφαρμογή της στρατηγικής και της πολιτικής της χωρίς να της βάλουν προσκόμματα και τρικλοποδιές, αν όχι στο κομματικό της στελεχικό δυναμικό;
Θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει ότι δεν είναι δυνατόν κάθε φορά που λαμβάνει χώρα μια κυβερνητική αλλαγή, να χρειάζεται οι καινούργιοι διαχειριστές της εξουσίας να κάνουν ρεσάλτο στο κράτος αντικαθιστώντας εκατοντάδες ανθρώπους, προκειμένου να εφαρμοστεί στοιχειωδώς ένα κυβερνητικό πρόγραμμα.
Αυτά συμβαίνουν σε δομές διαβρωμένες και σαθρές, μονίμως ακέφαλες και χωρίς συγκροτημένη ιεραρχία και λειτουργικό πλάνο· εννοείται βυθισμένες στην αναξιοκρατία και την ανακύκλωση της γραφειοκρατίας τους.
Πάμπολλες κυβερνήσεις ευαγγελίστηκαν τη διοικητική μεταρρύθμιση, δημιουργώντας μάλιστα και ομότιτλο υπουργείο, παρ᾽όλα αυτά η εικόνα ενός κράτους που δεν μπορεί ούτε στοιχειωδώς να λειτουργήσει χωρίς πολιτικό στραγγαλισμό και καπέλωμα θέσεων από κομματικά στελέχη, περισσότερο διοικητική απορρύθμιση και αποσάθρωση θυμίζει.
Γιατί άλλο πράγμα η κεντρική πολιτική κατεύθυνση, που ένας στοιχειωδώς λειτουργικός οργανισμός θα μπορούσε να την εμπεδώσει και να την υλοποιήσει στα επιμέρους, και άλλο να πρέπει να τοποθετήσουμε και στην πιο ασήμαντη διοίκηση κάποιον δικό μας άνθρωπο επικεφαλής, μπας και υλοποιηθεί έστω ένα ψιχίο του κυβερνητικού προγράμματος.
Ανεξάρτητα από τις κραυγές και τις φωνασκίες των προηγούμενων, που έχουν πάμπολλες αμαρτίες στην πλάτη τους, από μια κυβέρνηση που θέλει να ξεμπερδεύει με το παλιό θα περίμενε κανείς φρέσκες ιδέες και καινούργιες αντιλήψεις.
Μια δυναμική νομοθετική παρέμβαση με στόχο την απεξάρτηση της λειτουργίας της κρατικής μηχανής από τις εναλλαγές των κομμάτων στην εξουσία θα ήταν μια αξιοσημείωτη πρόοδος και θα τερμάτιζε την αποικιοκρατική νοοτροπία που δείχνει η εκάστοτε εξουσία απέναντι στο κράτος.
Η αποδοχή των κανόνων του ίδιου παιχνιδιού, όσο ηθικά και αμερόληπτα κι αν γίνει, δεν θα επιφέρει καμιά πραγματική αλλαγή. Γιατί και το παιχνίδι και οι κανόνες του είναι από τους βασικούς λόγους που οδηγηθήκαμε ως εδώ.
