Στα χρόνια των μνημονίων συμπυκνώθηκαν πολλοί ιστορικοί χρόνοι. Η κρίση περιλάμβανε αιτίες που ανάγονταν στην παρατεταμένη και άκρως ανώμαλη διακυβέρνηση της χώρας από τις βασικές εκφάνσεις του μπλοκ της Δεξιάς έως το 1974, όσο και την περίοδο εναλλαγής στη διακυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ. Από την περίοδο Σημίτη ξεκίνησε μια τρίτη περίοδος, η οποία ωθούσε τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ σε διαδικασία πολιτικής ώσμωσης.
Ετσι, με την παράδοση της πολιτικής κυριαρχίας της χώρας στη Γερμανία από τον Γ. Παπανδρέου με το πρώτο μνημόνιο, απαιτήθηκαν ελάχιστα ώστε Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ να συγκυβερνήσουν σε αρμονία αρχικά υπό τον προσχηματικά ουδέτερο κ. Παπαδήμο και πολύ σύντομα τα δύο αυτά κόμματα μόνα τους (με την παρέα της ΔΗΜΑΡ).
Ο κοινός στόχος για τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ ήταν να διατηρήσουν την κυριαρχία τους στο εσωτερικό. Οπότε δεν δίστασαν να παραδώσουν τη διεθνή υπόσταση της χώρας, καθώς και μεγάλα τμήματα της εσωτερικής πολιτικής στους δανειστές προκειμένου να εξασφαλίσουν τη στήριξή τους.
Ετσι παρέδωσαν την ελληνική κυριαρχία στη γερμανική κυβέρνηση, ακόμη και στους υπαλλήλους της εκείνους πλέον της γνωστής τρόικας, ώστε με την ευκαιρία να υφαρπάξουν από τη χώρα ό,τι δεν μπορούσε να λεηλατηθεί στο όνομα των μνημονίων.
Ο συνδυασμός της νεοδεξιάς πολιτικής της γερμανικής κυβέρνησης, ακόμη της προπαγάνδας σε βάρος των Ελλήνων, με την εθελοδουλία της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ, έθεσαν τη χώρα σε καθεστώς προτεκτοράτου, και ας μην ονομαζόταν.
Μετά την ήττα της 12ης Ιουλίου 2015, το καθεστώς προτεκτοράτου μετεξελίχθηκε σε περιορισμένη κυριαρχία χάρη στην αντίσταση της πλειονότητας των Ελληνίδων και των Ελλήνων πολιτών, επειδή οι ίδιοι πολίτες επέλεξαν ξανά την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛΛ. που εγγυάται την προσπάθεια να ανακτήσει η χώρα την κυριαρχία της.
Και πράγματι ο πρωθυπουργός δηλώνει διαρκώς και με τον πλέον επίσημο τρόπο ότι πρόκειται για τη θεμελιωδέστερη επιδίωξη της κυβέρνησης και την εφαρμόζει εμπράκτως στη διεθνή πολιτική του δράση και σε νόμους που αφορούν τους κοινωνικά αδύνατους Ελληνες, την πάταξη της φοροκλοπής κ.ά.
Ωστόσο η κυριαρχία μας παραμένει υπό μερικό έλεγχο από τους λεγόμενους δανειστές, ιδίως τη Γερμανία, και η ανάκτηση εξαρτάται σημαντικά από τους ενδοευρωπαϊκούς συσχετισμούς. Ας τους δούμε λοιπόν.
Η ήττα της γερμανικής νεοδεξιάς κυριαρχίας στην Ευρώπη μαζί με τις εκφάνσεις της στην άσκηση της ευρωπαϊκής πολιτικής της, άρχισε να αναδύεται ως πιθανότητα από τη στιγμή που οι Ελληνες πολίτες εξέλεξαν την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛΛ.
Αυτή η πιθανότητα εδραιώθηκε αφότου η κ. Μέρκελ και άλλοι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν κατόρθωσαν να ανατρέψουν την ελληνική κυβέρνηση, παρά τις σύντονες προσπάθειές τους έως τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015.
Η αριστερή κυβέρνηση στην Πορτογαλία και οι εκλογές στην Ισπανία ενίσχυσαν περαιτέρω την πιθανότητα γερμανικής ήττας και σε αυτή τη δυναμική προστέθηκε για ανεξάρτητους λόγους η δυσπιστία της νέας δεξιάς πολωνικής κυβέρνησης προς την Ευρώπη.
Σε αυτό το διάστημα, η επίσημη Γερμανία παρότι πασχίζει να φαίνεται ευσεβιστική, εκδηλώνεται από τις πράξεις της ως αυτό που όντως είναι: άγρια καιροσκοπική που για μικροκομματικούς λόγους επιτίθεται και συκοφαντεί λαούς ολόκληρους, ταυτίζεται με την ακροδεξιά στην Ουκρανία, καλύπτει την τουρκική κυβέρνηση στην εν εξελίξει σφαγή των Κούρδων, στηρίζει τις άκρως διεφθαρμένες στρατηγικές επιχειρήσεις της, ευνοεί τις πλέον ανίκανες και διεφθαρμένες εθνικές ελίτ άλλων ευρωπαϊκών κρατών και καταπατάει τις ευρωπαϊκές συνθήκες όποτε την εξυπηρετεί.
Πέραν του καταστροφικού της χαρακτήρα καθαυτού, η γερμανική πολιτική επενεργεί επιπλέον ως παράγοντας αποδιάρθρωσης της ευρωπαϊκής συνοχής, δυνητικά επικίνδυνος, ο οποίος επιδεινώνεται περαιτέρω από τους χειρισμούς πολλών ευρωπαϊκών κρατών στο ζήτημα των προσφύγων.
Ωστόσο η διαδικασία αναδιάρθρωσης του συσχετισμού δυνάμεων στην Ευρώπη είναι πολύ αργή. Στο μεταξύ, οι νεοδεξιές γερμανικές οικονομικές και κυβερνητικές ελίτ κρατούν πολύ ισχυρούς μοχλούς ισχύος στα χέρια τους για να συνεχίσουν να επιβάλουν την κυριαρχία τους στην Ελλάδα.
Είναι ο έλεγχος του ΟΤΕ από τη γερμανική κρατική τηλεφωνία, ο επαίσχυντος εξαναγκασμός πώλησης δεκατεσσάρων ελληνικών αεροδρομίων σε γερμανική εταιρεία και μαζί δικαιώματα σε τμήματα του ελληνικού εθνικού εναέριου χώρου, οι διαρκείς απόπειρες να υπαγορεύσει η Γερμανία μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα και το παραμικρότερο ζήτημα άσκησης εσωτερικής πολιτικής, η απόπειρα άσκησης εθνικής κυριαρχίας μέσω της Frontex, και φυσικά το χρέος ως εργαλείο διαρκούς εκβιασμού.
Ολα αυτά δηλώνουν πως οι γερμανικές ελίτ ήρθαν για να μείνουν, και όχι μόνο για να αρπάξουν όσο μπορούν περισσότερο πλούτο από τους Ελληνες.
Ηρθαν για να ελέγξουν την κυριαρχία σε μία τουλάχιστον χώρα του νότου, αφού ήδη -όπως πιστεύουν- την ελέγχουν σε ορισμένες χώρες της κεντρικής Ευρώπης και της Βαλτικής πατώντας στον έξαλλο αντιρωσισμό των τελευταίων.
Ετσι, η αποκατάσταση της κυριαρχίας στις χώρες-μέλη, και πρωτίστως στην Ελλάδα επειδή έχει πληγεί περισσότερο, πέραν του ότι αποτελεί αξία καθαυτή, συνιστά επιπλέον τη θεμελιωδέστερη προϋπόθεση για την ανόρθωση από τις καταστροφές των μνημονίων, όσο όμως και το αναγκαίο βήμα διαμόρφωσης νέων εθνικών ισορροπιών στο εσωτερικό της Ενωσης, μόνος τρόπος να διασωθεί το ευρωπαϊκό εγχείρημα.
* ομότιμος καθηγητής Ιστορίας, Ιόνιο Πανεπιστήμιο
