Την πεποίθησή του ότι η πρόταση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξανδρου Τριανταφυλλίδη, για δίδακτρα στα δημόσια σχολεία πρέπει να ληφθεί υπόψη και να συζητηθεί εξέφρασε ο υπεύθυνος του Τομέα Παιδείας της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Επικρατείας της Ν.Δ., Θεόδωρος Φορτσάκης, μιλώντας στο «Πρακτορείο 104,9 FM».
«Είναι μια πρόταση που θα πρέπει να συζητηθεί διότι υπάρχουν πάρα πολλές οικογένειες ελληνικές οι οποίες πληρώνουν τεράστια ποσά σε φορείς οι οποίοι βρίσκονται έξω από τη δημόσια παιδεία», είπε ο κ. Φορτσάκης, μιλώντας στην εκπομπή «Καθημερινά». Οπως επισήμανε, εφόσον η παραπαιδεία είναι ένα φαινόμενο δεδομένο, θα πρέπει να βρεθεί τρόπος να ενταχθεί στην κανονική δημόσια παιδεία, με βασικό στόχο τη δημιουργία ολοήμερων σχολείων.
«Να μπορούσε να υπάρχει μια συνεργασία ανάμεσα στα δημόσια σχολεία και ιδιωτικούς φορείς […] με προσφορά συγκεκριμένων επιλογών τις οποίες δεν μπορεί να προσφέρει το δημόσιο σχολείο» είπε ο κ. Φορτσάκης, προσθέτοντας ότι είναι λογικό πως πρέπει να υπάρχει ένα αντίτιμο για να επιτρέψει τη λειτουργία αυτών των προσφορών.
Αλλά και για τα δημόσια πανεπιστήμια είχε άποψη ο βουλευτής της Ν.Δ., δηλώνοντας ότι εκτός από την αύξηση των κρατικών πόρων θα πρέπει οι διοικήσεις να αναζητήσουν και άλλες χρηματοδοτήσεις και «να μην περιμένουν όπως τα μικρά πουλάκια τη μαμά να φέρει το φαγητό μασημένο στο στόμα», όπως είπε χαρακτηριστικά.
Βεβαίως, οι παραπάνω απόψεις δεν είναι καινοφανείς. Εχουν διατυπωθεί επανειλημμένα τόσο από τον ΟΟΣΑ όσο και από τα Οργανα Εκπαιδευτικής Πολιτικής της Ε.Ε.
Για παράδειγμα, στην τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ, που αποτελεί ουσιαστικά τον οδικό χάρτη της κυβέρνησης για την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, προτείνονται μια σειρά από σχετικά μέτρα και αναδιαρθρώσεις.
Πιο συγκεκριμένα, στο θέμα της χρηματοδότησης των Ιδρυμάτων συμπεραίνει αρχικά ότι «το μερίδιο της ιδιωτικής δαπάνης για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (σ.σ. στην Ελλάδα) είναι ανάμεσα στα χαμηλότερα στην Ε.Ε. και στις χώρες του ΟΟΣΑ» και ότι πρέπει να υπάρχει «περιορισμένη μη κρατική χρηματοδότηση και επιμερισμός κόστους για συμπλήρωση των κρατικών επιχορηγήσεων».
Ταυτόχρονα, σε όλη την έκθεση παρουσιάζεται μόνιμα ως αρνητικό «ελληνικό» φαινόμενο που πρέπει να εκλείψει το «περιορισμένο κόστος που βαρύνει τους φοιτητές, στο πλαίσιο των περιορισμών που θέτει η συνταγματική επιταγή για δωρεάν εκπαίδευση».
Σε αυτή τη βάση, ζυμώνει την επιβολή διδάκτρων στους φοιτητές, που στην αρχή μπορεί να είναι χαμηλά, ακριβώς για να περιοριστούν οι αντιδράσεις, όμως στη συνέχεια θα γιγαντωθούν, όπως έχει γίνει σε όλες τις χώρες όπου ήδη εφαρμόζονται.
Μάλιστα, η έκθεση δίνει και οδηγίες για το πώς να επιχειρηματολογήσει η κυβέρνηση για την επιβολή των διδάκτρων, γράφοντας ότι «σε χώρες που δεν έχουν ιδιαίτερη παράδοση στα δίδακτρα, είναι καλό να ξεκινήσει μια δημόσια συζήτηση που θα βοηθήσει να ξεκαθαριστεί αν:
1. Είναι βιώσιμη η τεράστια εξάρτηση από το δημόσιο χρήμα.
2. Τα ιδιωτικά προνόμια είναι τόσο χαμηλά ώστε να δικαιολογούν τα χαμηλά δίδακτρα, ιδιαίτερα για τους πιο εύπορους μαθητές.
3. Υψηλότερα δίδακτρα για τους πιο εύπορους μαθητές θα μπορούσαν να παγιώσουν το σύστημα υποστήριξης φοιτητών».
Παράλληλα, στην ετήσια έκδοση «Αριθμοί-κλειδιά της εκπαίδευσης στην Ευρώπη», που εξέδωσε το δίκτυο Eurydice, ουσιαστικά και τυπικά καταγράφεται ο βαθμός προσαρμογής των κρατών-μελών στα παρακάτω μέτρα-στόχους που έχει εδώ και χρόνια θέσει η Ε.Ε.: αυξημένη αυτονομία των σχολών σε συνδυασμό με αύξηση της εξωτερικής αξιολόγησης, δίδακτρα (οι σπουδαστές καλούνται να συμβάλουν στη χρηματοδότηση του κόστους των σπουδών τους όπως ήδη γίνεται σε 16 χώρες) και δημιουργία μηχανισμών χρηματοδότησης από διαφοροποιημένες πηγές.
Θα πει κανείς, τα δίδακτρα στο δημόσιο σχολείο που προτείνουν οι δυο βουλευτές πού τα βρήκαν; Ε, πού αλλού;
Στο παρελθόν, στο πολύ παρελθόν, σε αυτό που θέλουν να αναβιώσουν ως μέλλον.
