Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ζήτημα του λεγόμενου επαναπατρισμού κεφαλαίων ή της αποκάλυψης κεφαλαίων Ελλήνων καταθετών στο εξωτερικό έχει απασχολήσει πολλές φορές την πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας τα τελευταία, τουλάχιστον, δέκα χρόνια.

Το ότι υπάρχουν τέτοια κεφάλαια, τα οποία αν επέστρεφαν στις ελληνικές τράπεζες και φορολογούνταν θα απέδιδαν πολλά στο κράτος και στην οικονομία, είναι κάτι που δεν αμφισβητείται από κανέναν. Ως υπόθεση εργασίας το ζήτημα είναι ιδιαίτερα ελκυστικό και δημιουργεί σοβαρές ελπίδες για την ανάκαμψη της χρεοκοπημένης ελληνικής οικονομίας. Το πρόβλημα βρίσκεται στην πράξη.

Εχει επιχειρηθεί πολλές φορές στο παρελθόν να δοθεί λύση στο θέμα που να εξασφαλίζει τον σοβαρό επαναπατρισμό κεφαλαίων από τις τράπεζες του εξωτερικού, αλλά όποιες προσπάθειες έγιναν δεν έφεραν σοβαρά αποτελέσματα. Πριν από έντεκα χρόνια ψηφίστηκε ο Ν. 3259/2004 (άρθρο 38) που όριζε πολύ ευνοϊκές προϋποθέσεις, καθώς ο συντελεστής φορολόγησης των επαναπατριζόμενων κεφαλαίων ήταν 3%.

Ο νόμος αυτός έδινε περιθώριο επαναπατρισμού από το καλοκαίρι του 2004 έως τον Ιούνιο του 2005. Οι εισροές κεφαλαίων ήταν κάτι παραπάνω από 700 εκατ. ευρώ και οι εισπραχθέντες φόροι μόλις που πλησίαζαν τα 18 εκατ. ευρώ. Το 2010 έγινε η δεύτερη προσπάθεια επαναπατρισμού κεφαλαίων με το άρθρο 18 του Ν. 3842/2010. Ο συντελεστής φορολόγησης ορίστηκε στο 5%. Επαναπατρίσθηκαν 180 εκατ. ευρώ και οι εισπραχθέντες φόροι έφθασαν τα 6,6 εκατ. ευρώ.

Χθες ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Τρ. Αλεξιάδης δήλωσε στη Βουλή πως το αργότερο μέσα στους επόμενους δύο μήνες το υπουργείο προτίθεται να καταθέσει νομοσχέδιο που θα προβλέπει κίνητρα για τον επαναπατρισμό κεφαλαίων. Αυτή η κυβέρνηση –επί υπουργίας Βαρουφάκη– είχε επιχειρήσει και πάλι στις αρχές του καλοκαιριού να νομοθετήσει για το θέμα και έθεσε το σχετικό νομοσχέδιο σε δημόσια διαβούλευση, αλλά ποτέ δεν το κατέθεσε στη Βουλή ώστε να γίνει νόμος του κράτους.

Αυτή τη φορά δεν έχει περιθώρια υπαναχωρήσεων, καθώς –πέραν των άλλων– στην υπόθεση φαίνεται πως εμπλέκονται και οι θεσμοί. Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι: γιατί το τωρινό νομοθέτημα θα έχει καλύτερη τύχη από τα προηγούμενα;