Παντελής Κωνσταντινάκος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η «τυφλή βία» με φυσικό τρόπο και μέσα σε κοινωνικούς χώρους κυρίως ψυχαγωγίας είναι η πλέον επικίνδυνη και πρακτικά μη ελέγξιμη αλλά και δύσκολα περιορίσιμη, πολύ δε περισσότερο προβλέψιμη, αφού οι συναθροίσεις σε δραστηριότητες αναψυχής είναι πολλαπλές και διάσπαρτες στον χώρο και στον χρόνο.

Αυτό το γνωρίζουν οι «δράστες» και γι΄ αυτό τον λόγο υπήρξε τέτοια οργάνωση χτυπημάτων όπως συνέβη τελευταία στο Παρίσι. Η προοπτική όμως μεγιστοποίησης του φαινομένου δείχνει ότι πρέπει να υπάρξει άμεση «αντίδοτη» τακτική αντιμετώπισης από τους μηχανισμούς κυρίως της πρόληψης αλλά και της καταστολής.

Δυστυχώς η φιλοσοφία της «κρατικής» αντίληψης για τον τρόπο διαχείρισης μαζικών μορφών βίας σε κοινωνικούς χώρους, είτε αυτές αφορούν σοβαρές ή απλές καταστάσεις, αλλά και σε χώρους ψυχαγωγίας, όπως είναι οι αθλητικές δραστηριότητες, δεν έχει αλλάξει, αν και τα χαρακτηριστικά των κοινωνικών ομάδων ειδικότερα των νέων προς αυτή τη κατεύθυνση έχουν διαφοροποιηθεί.

Η βία έχει κοινωνικά αίτια προέλευσης και σίγουρα η αθλητική συνδέεται με περιόδους κρίσεις όπως αυτή που βιώνει σήμερα η χώρα μας και καθώς φαίνεται ότι το πρόβλημα της βίας θα γενικεύεται και ειδικά η «τυφλή» μορφή της θα πρέπει να αντιμετωπίζεται άμεσα με πολύ πιο σύνθετο και αποτελεσματικό τρόπο.

Το ζητούμενο στις κοινωνικές διαστάσεις των φαινομένων βίας είναι να προσδιοριστούν τα ενδογενή χαρακτηριστικά της διαμόρφωσής της, καθώς και οι παράγοντες μεγιστοποίησης, έτσι ώστε να υπάρχει δυνατότητα στρατηγικής οργάνωσης, αφενός μεν πρόληψης αλλά και διαχείρισης στην προέλευσή της.

Η λογική της καταστολής της βίας κατά την εκδήλωσή της ή των μορφών της οργάνωσης για τον περιορισμό της δείχνει ότι ούτε αποτελεσματική υπήρξε, πολύ δε περισσότερο ελεγχόμενη, αφού η διάχυσή της σε περισσότερα κοινωνικά γεγονότα αποδεικνύει ότι έχει συνέχεια με πολύ πιο έντονα χαρακτηριστικά.

Το φαινόμενο της βίας ως μεταδιδόμενο γεγονός κυρίως από τις εικόνες των ηλεκτρονικών Μέσων Ενημέρωσης δημιουργεί «πεδία μάθησης» εικονικής πραγματικότητας, με αποτέλεσμα την αναπαραγωγή του ως «στάσεις», να λειτουργεί, δηλαδή, δυνητικά σε βάρος των αδύναμων πληθυσμιακών ομάδων.

Αυτό σημαίνει ότι χρησιμοποιείται η «ετικετοποίηση» συγκεκριμένων πολιτών κυρίως νέων με χαρακτηριστικά καταγωγής, φυλετικού και θρησκευτικού προσδιορισμού, καθώς και αναφορών σε συμπεριφορές οπαδών, με σκοπό τη στοχοποίησή τους, άρα τον εντοπισμό και τη δυνατότητα παρέμβασης για τη δημιουργία κατασταλτικού αποτελέσματος.

Κάτι τέτοιο δεν δείχνει να λειτουργεί ως τακτική διαχείρισης της κοινωνικής διάστασης της βίας είτε στη μορφή των «τυφλών» χτυπημάτων είτε κατά τις συγκρούσεις οπαδών σε αθλητικούς αγώνες, αφού και στη μια και στην άλλη περίπτωση δεν αντιμετωπίζεται ουσιαστικά το πρόβλημα, αλλά μετατίθεται και διαιωνίζεται ως υπαρκτή πραγματικότητα.

Βασικό χαρακτηριστικό της βίας είναι οι «συσσωρευμένες εντάσεις», οι οποίες δεν βρίσκουν διέξοδο εκτόνωσης στην καθημερινότητα των πολιτών, ειδικά των νέων, στους οποίους η φυσιολογική υπερδιέγερση των συναισθηματικών και σωματικών τους χαρακτηριστικών θα πρέπει να εξωτερικευτεί είτε δημιουργικά είτε συγκρουσιακά.

Με βάση την παραπάνω παρατήρηση θα πρέπει να διαμορφωθούν κοινωνικές λειτουργίες δημιουργικής εκτόνωσης των πολιτών, έτσι ώστε, αφενός να διοχετευτεί η ένταση, αφετέρου να επιτευχθεί η ατομική και συλλογική ικανοποίηση από τη συμμετοχή σε ευχάριστες δραστηριότητες όπως είναι οι αθλητικές – πολιτιστικές και αναψυχής.

Ενα τέτοιο πλαίσιο κοινωνικής παρέμβασης μπορεί άμεσα να λειτουργήσει τόσο στην εκπαίδευση όσο και κατά τον ελεύθερο χρόνο των κοινωνικών ομάδων, έτσι ώστε η δημιουργική έκφρασή τους σε συλλογικές πολιτισμικές δραστηριότητες, ανάλογα τα χαρακτηριστικά και τις προσδοκίες, να τους διαμορφώνει αποτελέσματα εκτόνωσης και ευχαρίστησης.

*αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου