Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Χαλαλίζω όχι τρία, αλλά τριακόσια ευρώ απ’ το υστέρημά μου και την ταλαιπωρία να στηθώ απ’ τα χαράματα της Κυριακής στις ουρές των εκλογικών κέντρων της Νου Δου, προκειμένου να τιμήσω με εκατό δαγκωτά την υποψηφιότητα του σαχλεπίσαχλου Αδ-όνειδος για την προεδρία. Διαπνέομαι από ιδιοτελή κίνητρα, θα πείτε, καθώς μεθοριακοί τύποι όπως ο Μπουμπούκος προσφέρουν απλόχερα ψωμί, αν όχι ολόκληρα ταψιά με παντεσπάνι, σε σατιρικές -ο Θεός να τις κάνει- στήλες σαν της αφεντιάς μου.

Ισως να μην έχετε άδικο. Πρέπει μολαταύτα να παραδεχτείτε ότι απ’ όλες τις υστεροβουλίες η εξασφάλιση του μεροκάματου είναι η πλέον επιτρεπτή. Ακουσα ιδίοις ωσί τον κατά φαντασίαν πρωθυπουργό να διαβεβαιώνει τις άλλες πως οι μαρτυρικοί τόποι εξορίας στα ξερονήσια των φουρτουνιασμένων μας θαλασσών, τους οποίους με ενθουσιώδη προθυμία θα αναθεμελίωνε αν μπορούσε, δεν είχαν τίποτε να ζηλέψουν από την πολυτέλεια και τη χλιδή και αυτού ακόμα του Χίλτον.

Λαλίστατος ως λωλός και ευεπίφορος στα φληναφήματα, μπουρδολογεί ακατάπαυστα με τη χαρακτηριστική του ευήθεια. Τον παραπέμπω, λοιπόν, σ’ έναν τόμο απ’ αυτούς που δεν χωρούν στα κονιορτοβριθή ράφια του βιβλιοπωλείου του. Ο αριστερός Αυστραλός ποιητής και δημοσιογράφος Μπερτ Μπερτλς (1900-1994) φθάνει στην Αθήνα για διακοπές τον Σεπτέμβριο του 1935. Δίνει ραντεβού «ηλιοβασίλεμα στον Παρθενώνα» με τη σύζυγό του Ντόρα Τολ (1903-1994) επίσης ποιήτρια, δασκάλα, μυθιστοριογράφο και συγγραφέα ταξιδιωτικών και παιδικών αφηγημάτων, που έρχεται απ’ το Λονδίνο.

Ταξιδεύουν αμφότεροι χωριστά σε διάφορες χώρες κι έχουν ν’ ανταμώσουν τρία ολάκερα χρόνια. Γοητεύονται απ’ την Ελλάδα -αρχαιολάτρες καθόσον-, τους συνεπαίρνει ωστόσο η ταραγμένη περίοδος λίγο πριν από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Ο Μπερτλς συναντά τον Γληνό, τον Βάρναλη, τον Σεφέρη, αλλά και τον Σκλάβαινα, τον Πορφυρογένη και άλλες ηγετικές μορφές του κομμουνιστικού κινήματος, ενδιαφέροντα πορτρέτα των οποίων παρουσιάζει. Ζει και περιγράφει τα γεγονότα του Μάη του ’36 στη Σαλονίκη. Συγκλονίζεται απ’ τις πληροφορίες περί εκτοπισμένων. Σαλπάρει για την Ανάφη και τη Γαύδο, ζόρικα μπάρκα μες στο καταχείμωνο, και συμβιώνει μαζί τους.

Ολα τούτα τα εξιστορεί στο βιβλίο «Εξόριστοι στο Αιγαίο» (1938), που παρέμενε άγνωστο παρ’ ημίν. Το ξετρυπώνει σε παλαιοπωλείο του Λονδίνου Ιταλός μόνιμος παραθεριστής της Ανάφης και μας το κουβαλά περιχαρής Αύγουστο στο Κλεισίδι στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Ο κολλητός εικαστικός Σπύρος Παπαγιαννόπουλος, εκλιπών από το 2007, μαγεύεται από την αμεσότητα του κειμένου και αναζητεί μεταφραστή. Κανείς όμως απ’ όσους προσφεύγει δεν επιδεικνύει τον απαιτούμενο ζήλο, ώσπου το πόνημα φτάνει έπειτα από χρόνια στα χέρια του κοινού φίλου Γιάννη Καστανάρα, ο οποίος το αποδίδει εν τέλει στα ελληνικά.

Νοσταλγίας έμπλεον το έργο εκδίδεται στις εκδόσεις «φιλίστωρ» του Μπάμπη Γραμμένου με πρόλογο του Αλκη Ρήγου το 2002 και αφιερώνεται σε άλλον κολλητό, τον Νίκο Σιγαλό, που ‘χει αναχωρήσει για τις εξορίες των αγγέλων λίγους μήνες νωρίτερα. Τις διορθώσεις κάνει η καλή συνάδελφος στην «Εφ.Συν.» Μάγδα Κλαυδιανού. Πώς χώρεσαν άραγε τόσοι φίλοι στις σελίδες του; Στο Χίλτον της Γαύδου, την οποία ο Μπερτλς ονομάζει «νησί του θανάτου», οι εξόριστοι πάστωσαν ένα ψόφιο γαϊδούρι, που τους πούλησαν πανάκριβα οι φιλόξενοι ντόπιοι, κι έβγαλαν μ’ αυτό, για να μην πεθάνουν, έναν χειμώνα. Εύχομαι παρόμοια μεγαλεία και στο στομάχι του λιχούδη Αδ-όνειδος, καίτοι θα μπορούσε να κατηγορηθεί για κανιβαλισμό.