Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Απευθυνόμενος σε ένα έθνος, που -όπως έγραφε σε χθεσινό της άρθρο η «Washington Post»- δείχνει να μην ακούει πια αυτά που έχει να του πει, ο Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα κατέδειξε την αγωνία του να πείσει ότι η στρατηγική επιλογή του για τη μη ενεργό ανάμειξη της Αμερικής σε έναν νέο χερσαίο πόλεμο τύπου Ιράκ είναι η σωστή.

Το διάγγελμά του την περασμένη Κυριακή στις 8 το βράδυ -ζώνη prime time, όταν στη συντριπτική τους πλειονότητα οι Αμερικανοί βρίσκονταν στα σπίτια τους- δεν είχε σκοπό να κομίσει τίποτα καινούργιο από αυτά που ήδη όλοι γνωρίζουν ως κεντρικές πολιτικές αποφάσεις της κυβέρνησης Ομπάμα σε σχέση με την αντιμετώπιση της νέας μορφής τρομοκρατίας, όπως τη χαρακτήρισε ο Αμερικανός πρόεδρος.

Ηταν περισσότερο μια κίνηση που αποτυπώνει την ανησυχία των αξιωματούχων του Λευκού Οίκου -την οποία ούτε οι ίδιοι κρύβουν στις συζητήσεις με δημοσιογράφους- για το γεγονός ότι αρκετά στοιχεία της στρατηγικής Ομπάμα στην καταπολέμηση του ISIS δεν έχουν μέχρι σήμερα παρουσιαστεί σωστά στους Αμερικανούς.

«Υπάρχει στρατηγική. Γνωρίζω την κριτική που ασκείται. Ολοι τη γνωρίζουμε…» ήταν η έμμεση παραδοχή του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζον Κέρι, η οποία ταυτοχρόνως αποτέλεσε και τον λόγο για τον οποίο ο Μπαράκ Ομπάμα και οι σύμβουλοί του ένιωσαν την ανάγκη για ένα τέτοιο διάγγελμα.

Οι Ρεπουμπλικανοί

Για τους επικριτές του, ο Μπαράκ Ομπάμα πρόεβη σ’ αυτό το διάγγελμα για να πείσει τους φοβισμένους Αμερικανούς ότι δεν παίρνει αψήφιστα την απειλή της τρομοκρατίας, την ίδια στιγμή που -όπως υποστηρίζουν- σίγουρα δεν την παίρνει τόσο σοβαρά όπως οι πολιτικοί του αντίπαλοι από το ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο.

Το στοιχείο που διαφοροποιεί την αντίληψη του Ομπάμα από εκείνη των Ρεπουμπλικανών -ή αντιστοίχως με του προκατόχου του Μπους απέναντι στην Αλ Κάιντα- είναι πως ο μεν Αμερικανός πρόεδρος θεωρεί τον ISIS ένα μικρό τοξικό κομμάτι μέσα στον ισλαμισμό, χωρίς να θεωρεί την ιδεολογία του ISIS το σύνολο της ισλαμιστικής θρησκείας, όπως πολλές φορές υπαινίσσονται ή σε κάποιες περιπτώσεις δηλώνουν ανοιχτά οι Ρεπουμπλικανοί.

Ακόμα ένα στοιχείο διαφοροποίησης μεταξύ τους είναι πως ενώ οι τελευταίοι θεωρούν ότι ο ISIS ενισχύεται διαρκώς, ο Μπαράκ Ομπάμα θεωρεί ότι η δυναμική του διαρκώς περιορίζεται.

Επιπλέον, ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος δείχνει να προσπαθεί να στρέψει την αμερικανική κοινή γνώμη προς μια κατάσταση μεγαλύτερης αυτογνωσίας ώστε και η ίδια η Αμερική να σηκώσει το βάρος της ευθύνης για την εσωτερική αυτοπροστασία της -με επίκεντρο μέτρα για την αυστηροποίηση του καθεστώτος ανεξέλεγκτης οπλοκατοχής-, το αντίπαλο στρατόπεδο προκρίνει το κλασικό επιχείρημα περί του εξωτερικού εχθρού, ο οποίος πρέπει να ηττηθεί στη βάση του, ακόμα κι αν απατηθεί η επανέναρξη ενός νέου πολέμου σε χερσαίο επίπεδο.

Στο διάγγελμά του ο Αμερικανός πρόεδρος έκανε προσπάθεια να καταδείξει στους Αμερικανούς πολίτες τον φαύλο κύκλο στον οποίον είναι πιθανόν να εγκλωβιστεί η Αμερική στην περίπτωση μιας τέτοιας επιλογής, εξηγώντας πως αν οι ΗΠΑ επιδιώξουν εκ νέου την κατάληψη εδαφών στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, τότε αυτό θα δώσει στον ISIS τη δυνατότητα να στρατολογήσει νέους πρόθυμους μαχητές στις τάξεις του.

Πόσο εύκολο είναι όμως αυτά να γίνουν κατανοητά από τον μέσο Αμερικάνο που παρακολουθεί φοβισμένος μια νέα πραγματικότητα απρόβλεπτων μαζικών χτυπημάτων να ξεδιπλώνεται;

«Εξυπνη και ευέλικτη»

Είναι εντυπωσιακό το πώς ο φόβος μπορεί να παρασύρει τις κοινωνίες στην επανάληψη των ίδιων λαθών, γεγονός που σήμερα πιστοποιείται από την πρόσφατη δημοσκόπηση του CNN, σύμφωνα με την οποία μετά το μακελειό στην Καλιφόρνια το ποσοστό όσων υποστηρίζουν μια νέα χερσαία επιχείρηση των αμερικανικών στρατευμάτων στο Ιράκ ή τη Συρία έχει αυξηθεί σημαντικά, σε επίπεδα άνω του 50%.

Την ίδια ώρα, η στρατηγική του Μπαράκ Ομπάμα κατά του ISIS, την οποία ο ίδιος χαρακτήρισε «έξυπνη, ευέλικτη και αδιάκοπη», περιλαμβάνοντας εναέριες επιθέσεις και άλλες δράσεις πλην των χερσαίων επιχειρήσεων, απολαμβάνει όλο και λιγότερους υποστηρικτές, με την αποδοχή των χειρισμών του Αμερικανού προέδρου να βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά ποσοστά, κοντά μόλις στο 36%.