Λογαριάστε πως ο Χριστόφορος Βερναρδάκης είναι πρωτάκι, και μάλιστα της πρώτης μικρής. Δεν πάνε παρά λίγες βδομάδες που μπήκε στο Κοινοβούλιο, στη θέση του παραιτηθέντος Γαβριήλ Σακελλαρίδη, και δεν πρόλαβε να μάθει τα κατατόπια. Αλλη μια επίσκεψη είχε αξιωθεί σε μαθητική εκδρομή και το ‘λεγε με περηφάνια για χρόνια. Αλλαξε κασέτα όταν οργανώθηκε στον Ρήγα και αντελήφθη ότι οι συντρόφισσες ουδόλως εντυπωσιάζονταν ακούγοντάς τον να διηγείται το πώς θρονιάστηκε στα έδρανα του γέρου Καραμανλή και του Ανδρέα ή τις τολμηρές αγορεύσεις του απ’ τα μικρόφωνα του Αλευρά, του Κύρκου και του Φλωράκη. Αλληθώριζαν εξόφθαλμα προς τους διαπρύσιους αγκιτάτορες των αμφιθεάτρων.
Αργότερα λοιπόν, στα επαναστατικά φοιτητικά του χρόνια, προσάρμοσε το ρεπερτόριό του στο σκληρό ροκ της εποχής, φωνάζοντας πλειστάκις χωρίς ίχνος ενοχής το σύνθημα: «Να καεί, να καεί ο οίκος ανοχής η Βουλή», όποτε διαδήλωνε μπροστά στα λουλουδάδικα. Ούτως ή άλλως δεν είναι δα μικρό πράγμα να εισέρχεσαι στο σεπτόν τέμενος της Δημοκρατίας ακόμα και ως εκπρόσωπος της άκρας Αριστεράς του εκλογικού σώματος. Σε πιάνει δέος. Χάνεις τ’ αυγά και τα πασχάλια πά’ να πει. Ο συνάδελφός του Γιώργος Κυρίτσης, επί παραδείγματι, ένιωσε όπως όταν κατουρήθηκε πιτσιρικάς στο σχολικό και, παρότι ακραιφνής πολέμιος των οδυνηρών μέτρων, σήκωσε το χεράκι του ώς τα επουράνια επικυρώνοντας το τρίτο και επαχθέστερο Μνημόνιο.
Θόλωσε παρομοίως ο Βερναρδάκης κι αντί να πει «ναι» στο αίτημα για άρση της ασυλίας του επικεφαλής της Χρυσής Αυγής, διατράνωσε ένα ηχηρότατο «όχι». Μικρό το κακό, θα μου πείτε, αφού ο Νίκος Μιχαλολιάκος θα λογοδοτήσει τελικά στη Δικαιοσύνη και δη με συντριπτικό αριθμό θετικών ψήφων. Παρά ταύτα ορισμένοι καλοθελητάδες άδραξαν απ’ το τσουλούφι την ευκαιρία προκειμένου να επιτεθούν ανοικείως στον πρωτόπειρο βουλευτή. «Εκανα λάθος εξαιτίας της κούρασης» εξήγησε εκείνος με αφοπλιστική ειλικρίνεια. «Δεν μπορούσατε να ανακαλέσετε;» του τράβηξαν χαιρέκακα τ’ αυτί οι μεμψίμοιροι. «Μα δεν το κατάλαβα» δικαιολογήθηκε ο αδίκως βαλλόμενος. «Τώρα που το λέτε συνειδητοποιώ τι ακριβώς συνέβη».
Ο πλέον κακόβουλος των δημοσιογράφων έξυσε έτι την πληγή, ζητώντας απ’ το αμελές σχολιαρούδι να επαναφέρει στη μνήμη του τη σκηνή της ψηφοφορίας. Το τρακ εγκατέλειψε αίφνης ως διά μαγείας τον κόκκινο υπουργό, όστις εντελώς ανερυθρίαστα, μετερχόμενος καφενειακή αργκό που θα ζήλευε κι ο Βαγγέλας Μεϊμαρόγλου, άφησε εμβρόντητο τον αναιδή: «Μην το παραξεφτιλίζουμε τώρα. Είπα, έκανα λάθος». Αμαρτία εξομολογουμένη ουκ έστι αμαρτία. Η μισή άλλωστε είναι συγχωρεμένη, καθώς επισημαίνουν οι αρχαίοι Κινέζοι σοφοί.
Σιγά τα ωά. Εδώ κοτζάμ πρωθυπουργός μετέτρεψε σε εθελόδουλο «ναι» το βροντερό «όχι» του δημοψηφίσματος και προσπαθεί να μας πείσει ότι μας έσωσε κι από πάνω, ο Βερναρδάκης μάς μάρανε που ‘κανε ένα παιδαριώδες σφαλματάκι σε μια ασήμαντη ψηφοφορία και το παραδέχτηκε ευθαρσώς. Ας προσέξει πάντως τις συνομιλίες του με τους εκπροσώπους των δανειστών, διότι τα μέλη του κουαρτέτου φημίζονται για την οξεία τους ακοή και, ως γνωστόν, μετά την απομάκρυνση από το «Χίλτον» ουδέν λάθος αναγνωρίζεται ούτε δικαιολογείται.
