Μόλις ένα χρόνο μετά τον Αμλετ στη Στέγη, ο Χουβαρδάς δίνει στο Εθνικό τον Ριχάρδο. Είναι λογικό να τους κυνηγάμε όλους από πίσω: από το ένα πρόσωπο στο άλλο, το θέατρό μας ανοίγεται -και μάλιστα στις βασικές σκηνές του- στη μυθολογία του υποκειμένου.
Ο Αμλετ της Στέγης έρχεται ακόμα στον νου, διασπασμένος στον τόπο της αδήριτης πραγματικότητας και εκείνης της άλλης, που μπορεί να δημιουργήσει το όνειρο. Εδώ όμως τα πράγματα είναι περισσότερο απλά και κοφτερά. Ο Ριχάρδος έρχεται να μας κατακτήσει «από τα κάτω»: σαν μια απλή ιστορία θεάτρου, ή πάλι σαν ιστορία ενός θεάτρου πολύ, κατά βάθος, απλού.
Είναι αυτός ένας ωραίος τρόπος να αντιμετωπίσεις τον Σέξπιρ. Μακριά από τη βαρύτητα του ρομαντισμού και την απίθανη ιστορικότητά του, μακριά ακόμα και από το ίδιο το πρόσωπο του αληθινού βασιλιά Ριχάρδου.
Αυτός ο τελευταίος θάφτηκε πρόσφατα με περίσσιες τιμές στον Καθεδρικό του Λέστερ. Ο άλλος όμως, αυτός του θεάτρου, ζει με τον τρόπο των φαντασμάτων. Είναι φτιαγμένος από το υλικό των ονείρων, και έχει το δικαίωμα της σκηνικής ανεξιθρησκίας: του επιτρέπεται να είναι άγριος και κωμικός, ελαφρύς και βαρύς, δικαιωμένος και αδικαίωτος, ώστε να διαπερνά σαν σκιά τις εποχές μας. Εχει κάθε φορά την ευθύνη του ρόλου που εμείς του αναθέτουμε.
Ο Ριχάρδος του Εθνικού είναι έτσι φτιαγμένος «από τα κάτω προς τα πάνω» και από «τα έξω προς τα μέσα»: διαθέτει τη θεατρικότητα μιας σκηνής που θέλει πριν απ’ όλα να διασκεδάσει το κοινό της.
Κανονικά παρακολουθείται με εμάς όρθιους απέναντί της, συνεπαρμένους από το παραμύθι, ενεργούς στην υπόθεση (έστω νοερά), με ανοιχτό το στόμα για όσα φοβερά συμβαίνουν. Είναι ένας Σέξπιρ που -όσο κι αν επιμένουν μερικοί- βρίσκεται πολύ κοντά στο πρώτο του στέκι: θέατρο ανοιχτό και λαϊκό, απίστευτα εξωστρεφές και δημαγωγικό. Εντυπωσιοθηρικό βέβαια. Σκανδαλολογικό ασφαλώς.
Αφημένο στα βιαιότερα ένστικτα. Και εξαιρετικά φευγαλέο. Αν τύχει και αρχίσεις να σκέφτεται στη διάρκεια της παράστασης τον Ριχάρδο, τον έχεις ήδη χάσει.
Αυτόν τον Σέξπιρ δίδαξε ο Χουβαρδάς με τον Αμλετ και τώρα ξανά με τον Ριχάρδο στο Εθνικό. Το ίδιο το σημείωμά του στο πρόγραμμα κάτι τέτοιο δεν λέει κατά βάθος; Δεν έχω προσωπικά δει σκηνοθέτη να υπερασπίζεται το ιστορικό πρόσωπο του προσώπου που ανεβάζει! Με αυτόν τον τρόπο, όμως, δίνει τη βασική παράμετρο: ό,τι θα δούμε είναι πρώτα απ’ όλα ένα ψέμα, κατασκευή, θέατρο.
Ας διασκεδάσουμε, λοιπόν, ας τρομάξουμε με τον Ριχάρδο. Και ας εντυπωσιαστούμε με τη φρικτή ιστορία του. Τα άλλα όλα είναι σιωπή.
Πού μας οδηγούν όλα αυτά; Πού αλλού, στον εξπρεσιονισμό. Είναι ακόμα μία παράσταση ελληνική που βλέπω να βρίσκεται έντονα βουτηγμένη στην αισθητική της έντονης, παραληρηματικής φόρμας. Κι είναι πάντα εντυπωσιακό. Κυρίως γιατί με αυτόν τον τρόπο πετυχαίνει να γεννιούνται τα πλάσματά της σαν πνευματικές οντότητες, αποκομμένες από την ιστορία, δεσμευμένες στο περιβάλλον.
Μαζί και ο Ριχάρδος: μοιάζει να μην έχει προκύψει από την Ιστορία, αλλά από το περιβάλλον, σαν τα κόμικς του Μίλερ: πρόσωπα και τοπία προκύπτουν από την ίδια μονοκοντυλιά.
Ο Ριχάρδος είναι λοιπόν μια οντότητα καταρχήν ηθική κι αισθητική, και ως τέτοια έχει το σχήμα που αρμόζει στο ήθος και την αισθητική του σκηνικού που τον γέννησε.
Αρμόζει εκεί: Γεννήθηκε για να αντιστρέψει το περιβάλλον στημένης ομορφιάς και πόζας που τον περιβάλλει, και που φέρνει στον νου τα ’60s (ας τονίσω εδώ τη δραματουργική επεξεργασία της Ερις Κύργια). Ερχεται να διαταράξει την ασφάλεια μιας συγκάλυψης εγκλημάτων. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, ο Χάιντ μιας κοινωνίας που θέλει να βλέπει τον εαυτό της στον καθρέφτη ως δρ Τζέκιλ.
Γι’ αυτό τα πολιτικά εγκλήματα γίνονται με την υπόκρουση του «I’ll be your baby tonight»… Τα πιο απίθανα σενάρια αποκάλυψης της σαπίλας φέρουν τη μελωδία τού «I’ve been loving you too long»… Δεν υπάρχει άλλωστε μεγάλη διαφορά· εξάλλου ως γνωστόν οι πιο φρικτές ιστορίες απροκάλυπτης σαδιστικής τυραννίας ξεκινούν με φράουλες.
Ο συναρπαστικός Δημήτρης Λιγνάδης
Η επιτυχία της παράστασης, ωστόσο, δεν τελειώνει σ’ αυτό: είναι αξιοθαύμαστο ότι καταφέρνει σαν παράσταση φόρμας, αισθητικής και συνόλου να διατηρεί στο κέντρο της τον πρωταγωνιστή. Συμβάλλει σ’ αυτό και ο ίδιος ο Δημήτρης Λιγνάδης.
Τον οποίο είναι νομίζω καιρός να τον εντάξουμε επισήμως, νόμιμα και μεγαλόκαρδα στη χωρία των πιο διακεκριμένων ηθοποιών του θεάτρου μας εν γένει. Οχι μόνο γιατί ερμηνεύει, αλλά γιατί δημιουργεί τον Ριχάρδο. Κι αυτό το αίσθημα ζωντανής δημιουργίας, βιρτουοζιτέ και, μαζί, αγωνίας είναι που κάνει τον ήρωά του τόσο συναρπαστικό. Τίποτα να μη σας αρέσει στην παράσταση, αδύνατον να μην αισθανθείτε την παρουσία του να σας συνοδεύει μετά.
Ο Ριχάρδος του Λιγνάδη, λοιπόν, είναι μια μορφή που τρυπώνει στα πιο τρυφερά όνειρα. Ενεδρεύει σαν μορφή του Κακού μέσα στα πράγματα, κάποιες στιγμές είναι αληθινά τρομακτικός, κάποιες άλλες φορές σχηματικός. Υπάρχουν και στιγμές που φέρνει στον νου έναν σκοτεινό Καραγκιόζη, βγαλμένο από την Κόλαση (μήπως και αυτός δεν ανήκει στον λαϊκό εξπρεσιονισμό;), με το Σαράι πίσω του διεστραμμένο σε Πύργο των Ιπποτών (σκηνικά της Εύας Μανιδάκη).
Και κάτι άλλο: ο Λιγνάδης θυμίζει (κι ειλικρινά δεν ξέρω κανέναν άλλο που να το έκανε) ότι ο Ριχάρδος έχει το δικαίωμα να έλθει στη σκηνή, να μιλήσει κατά πρόσωπο, να γίνει για λίγο πρόσωπο κοντινό μας. Για κάποια λεπτά αυτός ο μεταπράτης της Κόλασης γίνεται ο συνομιλητής και οδηγός μας. Ναι, για λίγο, ο Ριχάρδος είναι ο θεατρικός μας ήρωας!
Θεωρώ πως οι υπόλοιποι συντελεστές υπηρετούν μια παράσταση που φτιάχτηκε και από αυτούς. Αλλά πώς να μη σημειώσω ξεχωριστά τον υπέροχο επαγγελματισμό της Καριοφυλλιάς Καραμπέτη (Ελισάβετ), της Θέμιδος Μπαζάκα (Μαργαρίτα) ή της Σοφίας Σεϊρλή (δούκισσα του Γιορκ); Σαν θίασος που έχει έλθει από το βάθος του χρόνου, φορώντας ό,τι κοστούμι ρόλου έχει πρόχειρο, οι ηθοποιοί παίζουν τους θεατρίνους που παίζουν το θέατρο.
Πρόκειται για φοβερό θίασο: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Μάνος Βακούσης, Ιερώνυμος Καλετσάνος, Περικλής Μουστάκης, Κώστας Μπερικόπουλος, Αγγελος Παπαδημητρίου, Γιάννης Τσορτέκης, Δημήτρης Παπανικολάου, Κρις Ραντάνοφ, Γιώργος Τσουρής, Νικόλας Χανακούλας, Αναστα- σία-Ραφαέλα Κονίδη και Θεανώ Μεταξά.
Ειδική μνεία όμως χρειάζεται στην παρουσία της Αλκηστης Πουλουπούλου (λαίδη Αννα), καθώς και του Νίκου Ψαρρά (δούκας του Μπάκιγχαμ): οι δυο τους αποτελούν προεκτάσεις του Ριχάρδου, τη διασπορά του στον κόσμο, και μάλιστα χωρίς καμπούρα ασφαλείας.
