Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ιγμορίτιδα είναι μια συχνή πάθηση που προκαλείται από φλεγμονή των παραρρινίων κόλπων, η οποία οφείλεται σε λοίμωξη (μικροβιακή ή ιογενή), κρίση αλλεργικής ρινίτιδας ή αυτοάνοσα νοσήματα.

Κανονικά, τα ιγμόρεια γεμίζουν με αέρα, αλλά όταν οι ρινικοί κόλποι αποφράσσονται και γεμίζουν με υγρό (βλέννα), τότε μικρόβια (βακτήρια, ιοί και μύκητες) μπορούν να αναπτυχθούν και να προκαλέσουν μόλυνση.

Τα συμπτώματα της ιγμορίτιδας μοιάζουν με αυτά του κρυολογήματος. Πολλοί (ειδικά τον χειμώνα) συγχέουν το κρυολόγημα με την ιγμορίτιδα.

Οι ρινικοί κόλποι μπορεί να κλείσουν λόγω ενός κοινού κρυολογήματος, μιας αλλεργικής ρινίτιδας (οίδημα του βλεννογόνου της μύτης), ρινικών πολυπόδων (μικροί όγκοι στην εσωτερική επένδυση της μύτης), ή σκολίωσης του ρινικού διαφράγματος (στένωση ρινικής κοιλότητας).

Η ιγμορίτιδα μπορεί να είναι οξεία (διαρκεί μέχρι 4 εβδομάδες), υποξεία (διαρκεί 4-8 εβδομάδες) ή χρόνια (συνεχίζεται για πάνω από 8 εβδομάδες).

Και τα τρία είδη ιγμορίτιδας έχουν παρόμοια συμπτώματα και είναι συχνά δύσκολο να διακριθούν.

Η πιο συνηθισμένη είναι η οξεία ιγμορίτιδα, την οποία παρουσιάζει το 90% των ενηλίκων σε κάποια στιγμή της ζωής τους.

Τα συχνότερα μικρόβια που ενοχοποιούνται για ιγμορίτιδα είναι ο πνευμονιόκοκκος, ο στρεπτόκοκκος, ο σταφυλόκοκκος, ο αιμόφιλος, η μοραξέλα και σπανιότερα αναερόβια βακτήρια, ενώ στα παιδιά ενοχοποιούνται διάφοροι ιοί.

Συμπτώματα ιγμορίτιδας

Σε αντίθεση με το απλό κρυολόγημα, στην ιγμορίτιδα υπάρχει έντονο οίδημα του ρινικού βλεννογόνου και αυξημένη παραγωγή πυώδους βλέννας.

Το οίδημα προκαλεί απόφραξη των μικρών αγωγών που συνδέουν τη μύτη με τα ιγμόρεια με αποτέλεσμα την αδυναμία παροχέτευσης αυτών και συνέπεια την εμφάνιση πόνου στο πρόσωπο, ανάμεσα ή πίσω από τα μάτια ή ακόμα στα μάγουλα και τα επάνω δόντια.

Οταν δηλαδή το κοινό κρυολόγημα διαρκεί πάνω από μία εβδομάδα και η απλή βλέννα μετατρέπεται σε πηκτό δύσοσμο πρασινοκίτρινο πύον, υπάρχει ιγμορίτιδα.

Στην ιγμορίτιδα μπορεί επίσης να υπάρχει:

● ρινική συμφόρηση («μπούκωμα») / καταρροή

● βήχας- οπισθορινικές εκκρίσεις

● απώλεια αίσθησης όσφρησης

● κακοδιαθεσία

● δέκατα

● πόνος στα δόντια

● κακοσμία στόματος

Διάγνωση

Η διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό του ασθενούς, στην πρόσθια ρινοσκόπηση και στην υπόλοιπη ΩΡΛ κλινική εξέταση.

Παλαιότερα η ακτινογραφία ήταν πολύ διαδεδομένη μέθοδος διάγνωσης της ιγμορίτιδας (αναδεικνύοντας τη συλλογή υγρού μέσα στο ιγμόρειο), τα τελευταία χρόνια όμως έχει εγκαταλειφθεί για να µην επιβαρύνεται ο ασθενής από την ακτινοβολία.

Στο μεγαλύτερο ποσοστό η διάγνωση γίνεται πλέον ή µε κλινική εξέταση του ασθενούς ή µε ενδοσκοπικά μηχανήματα.

Με ένα άκαµπτο ενδοσκόπιο ο γιατρός έχει τη δυνατότητα να δει όλη τη µύτη, από την είσοδο µέχρι τον ρινοφάρυγγα, το στόµιο του ιγμορείου στον µέσο ρινικό πόρο, αν εκεί αναβλύζει πύον, αν υπάρχει οποιαδήποτε ανωμαλία, όπως σκολίωση διαφράγματος, πολύποδες, «κρεατάκια» ή µια χρόνια ρινίτιδα και να διαπιστώσει αν υπάρχει ιγμορίτιδα ή όχι.

Στην εν λόγω εξέταση, συνήθως ο βλεννογόνος της μύτης φαίνεται φλεγμονώδης και μπορεί να συνυπάρχει και πύο.

Ο γιατρός μπορεί να ζητήσει, ανάλογα με τη σοβαρότητα της περίπτωσης, απεικονιστικές εξετάσεις της περιοχής, όπως αξονική ή μαγνητική τομογραφία.

Οι εξετάσεις αυτές μπορούν να τεκμηριώσουν την ύπαρξη υγρού, φλεγμονής ή πολύποδων.

Σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις διαφαίνεται αν η νόσος έχει προχωρήσει και εάν υπάρχουν επιπλοκές από τον οφθαλμό που επηρεάζουν την όραση ή εάν συνυπάρχουν μηνιγγίτιδα ή εγκεφαλίτιδα.

Διάφορες άλλες συμπληρωματικές εξετάσεις, όπως οι αναλύσεις αίματος, τα αλλεργικά τεστ και η μελέτη των πνευμόνων προσθέτουν περισσότερες πληροφορίες για να διαφανεί εάν πράγματι πρόκειται για ιγμορίτιδα και παθολογικές καταστάσεις που συνυπάρχουν ή εάν πρόκειται για άλλη ασθένεια που έχει παρόμοια κλινική παρουσίαση.

Τρόποι αντιμετώπισης

Η θεραπεία έχει στόχο την ανακούφιση του ασθενούς, την εξάλειψη της φλεγμονής, την εξουδετέρωση της μόλυνσης εάν υπάρχει και την αποκατάσταση της φυσιολογικής παροχέτευσης των ιγμορείων.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση εξαρτάται από τα ευρήματα της διάγνωσης και μπορεί να περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, χειρουργική επέμβαση ή συνδυασμό και των δύο.

Οξεία ιγμορίτιδα

Οταν πρόκειται για ιογενή ιγµορίτιδα, η αντιμετώπιση είναι υποστηρικτική με αποσυμφόρηση της μύτης με τοπικά σπρέι, ρινικές πλύσεις µε αλατούχα διαλύματα, εισπνοές ατµού. Η χρήση αποσυμφορητικών ρινικών σταγόνων ή σπρέι μπορεί να είναι αποτελεσματική στον έλεγχο των συμπτωμάτων.

Ωστόσο, όπως όλα τα φάρμακα, έτσι και αυτά δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται πέραν της συνιστώμενης χρήσης τους.

Αυτή κυμαίνεται συνήθως από 4 έως 5 ημέρες, ενώ μπορεί να έχουν και αντίθετα αποτελέσματα και να αυξήσουν τη συμφόρηση. Τα ζεστά επιθέματα είναι χρήσιμα για την ανακούφιση από τον πόνο στη μύτη και τα ιγμόρεια.

Σε περίπτωση µικροβιακής ιγµορίτιδας γίνεται επιπλέον χορήγηση αντιβίωσης για την καταπολέμηση του μικροβίου για 10 έως 14 ημέρες.

Χρόνια ιγμορίτιδα

Ορισμένοι άνθρωποι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να προσβληθούν από χρόνια ιγμορίτιδα και ρινικούς πολύποδες.

Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται τα άτομα με αλλεργικό κατάρρου, αλλεργική ρινίτιδα και άσθμα.

Τα αποσυμφορητικά μειώνουν το οίδημα των ρινικών διόδων και καθιστούν έτσι ευκολότερη την αναπνοή και τον αερισμό των ιγμορείων.

Τα κορτικοστεροειδή έχουν ισχυρή αντιφλεγμονώδη δράση. Μπορούν να δοθούν από το στόμα ή σε εισπνεόμενη μορφή και μειώνουν τη συμφόρηση στις ρινικές κοιλότητες και τη φλεγμονή στα ιγμόρεια.

Η διάρκεια χορήγησης των φαρμάκων αποφασίζεται από τον γιατρό ανάλογα με την εξέλιξη του ασθενούς. Τοπικά στη μύτη μπορεί επίσης να είναι χρήσιμη η χορήγηση φυσιολογικού ορού.

Ο ζεστός, υγρός αέρας μπορεί να ανακουφίσει τη ρινική συμφόρηση. Ενας υγραντήρας αέρα ή οι εισπνοές ατμού από μια κατσαρόλα με βραστό νερό μπορούν επίσης να σας βοηθήσουν.

Σε παρόξυνση χρόνιας ιγμορίτιδας με κιτρινοπράσινες εκκρίσεις είναι απαραίτητη η χορήγηση αντιβιοτικής αγωγής για 10-14 ημέρες παράλληλα.

Η χρόνια ιγμορίτιδα δεν υποχωρεί από μόνη της. Μπορεί μάλιστα κάποτε να συνυπάρχουν και άλλες ανωμαλίες που αποτελούν μέρος της πάθησης, όπως σκολίωση διαφράγματος, ρινικοί πολύποδες και απόφραξη των ιγμορείων.

Στην περίπτωση αυτή, μπορεί ο ασθενής να υποβληθεί ακόμη και σε εγχείρηση για την επίλυση του ανατοµικού προβλήµατος και τη διεύρυνση του στομίου του ιγµορείου για καλύτερο αερισμό του κόλπου.

Προσοχή!

Η καθυστέρηση θεραπείας για την ιγμορίτιδα μπορεί να οδηγήσει σε περιττό πόνο και δυσφορία. Σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, χωρίς θεραπεία, η ιγμορίτιδα μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές, όπως διαταραχές όρασης, μηνιγγίτιδα ή εγκεφαλικό απόστημα.

Εμπιστευτείτε τον ειδικό ωτορινολαρυγγολόγο για σωστή διάγνωση και διαχείριση της πάθησής σας!

*MD, PhD, συντονιστής διευθυντής ΩΡΛ Γ.Ν. Ν. Ιωνίας-Πατησίων «Κωνσταντοπούλειο»

**Ιατρός ΩΡΛ, Γ.Ν. Ν. Ιωνίας-Πατησίων