Επειτα από 25 χρόνια, η Μιανμάρ γνώρισε χθες τις πρώτες της σχετικά ελεύθερες εκλογές εν μέσω προσδοκιών για μια έστω συμβολική αλλαγή στη χώρα, καθώς όλες οι προβλέψεις δίνουν τη νίκη στην ηγέτιδα της αντιπολίτευσης, τη βραβευμένη Αούνγκ Σαν Σούου Κίι και τον Εθνικό Σύνδεσμο για τη Δημοκρατία (NLD).
Αν καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση, θα έχει δώσει τέλος σε ένα στρατιωτικό καθεστώς δεκαετιών, που μεταμορφωμένο σε «πολιτική» κυβέρνηση απόστρατων από το 2011 επιχειρεί να πείσει πως προχωρά σε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και πολιτικό άνοιγμα.
Σε αντίθεση με το 1990, όταν ο στρατός αρνήθηκε να αναγνωρίσει την εκλογική νίκη της Σούου Κίι, ο πρώην στρατιωτικός πρόεδρος Θέιν Σέιν δήλωσε πως «κυβέρνηση και στρατιωτικοί θα σεβαστούν και θα αποδεχτούν τα αποτελέσματα», έχοντας κατά νου τη δήλωση του Μπεν Ρόουντς, συμβούλου ασφαλείας του προέδρου Ομπάμα, πως «οι δίκαιες εκλογές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περαιτέρω άρση κυρώσεων».
Ωστόσο το «δίκαιο» και το «διαφανές» αυτής της εκλογικής αναμέτρησης απέχουν πολύ από τα συνήθη δημοκρατικά στάνταρντ, όπως επεσήμανε και η πρώην πρόεδρος της Ιρλανδίας Μέρι Ρόμπινσον, εκ των πολλών ξένων παρατηρητών που παρακολούθησαν τη διαδικασία: «Πρέπει να δούμε αυτές τις εκλογές σε ένα πλαίσιο που δεν είναι ανοιχτά δημοκρατικό με την πλήρη σημασία του όρου».
Η ίδια η «Κυρία», όπως αποκαλούν τη Σούου Κίι, είχε εκφράσει προεκλογικά ανησυχίες για πιθανές παρατυπίες και νοθεία.
Μεγάλα τμήματα της χώρας ελέγχονται από αντάρτικα σώματα μειονοτήτων που δεκαετίες τώρα αντιμάχονται τους στρατιωτικούς.
Επτά από αυτά αρνήθηκαν να υπογράψουν τη συμφωνία που επιτεύχθηκε τον περασμένο μήνα και δεν επέτρεψαν να στηθούν κάλπες στα εδάφη που διοικούν με παράλληλους θεσμούς.
Θρησκευτικές εντάσεις
Τα τελευταία χρόνια έχουν βαθύνει επίσης οι θρησκευτικές εντάσεις, κυρίως ανάμεσα σε βουδιστές και τη μειονότητα των μουσουλμάνων, που αποτελεί περίπου το 4%-5% του πληθυσμού σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 1983 ή το 10%-15% σύμφωνα με πιο πρόσφατες εκτιμήσεις.
Στηριγμένη στους «αξιοσέβαστους ειρηνιστές» βουδιστές μοναχούς, που ασκούν τεράστια επιρροή στη χώρα, και υιοθετώντας την εμπρηστική ρητορική μιας ακραίας ομάδας μοναχών, της Ma Ba Tha, περί «ισλαμικής απειλής» που βρίσκει ευήκοα ώτα σε μερίδα του πληθυσμού, η κυβέρνηση υποδαυλίζει το θρησκευτικό μίσος ως πολιτικό όπλο για να διατηρηθεί στην εξουσία.
Η εκλογική επιτροπή απέρριψε όλες τις υποψηφιότητες μουσουλμάνων και μόνο έπειτα από διαμαρτυρίες και προειδοποιήσεις δυτικών πρεσβειών επέτρεψε σε μόλις 30 μουσουλμάνους να μετάσχουν, ανάμεσα στους 6.000 υποψήφιους των 90 κομμάτων που κατεβαίνουν στις εκλογές.
Κανένας από αυτούς με το κόμμα της Σούου Κίι, όπως παρατηρεί το περιοδικό «Atlantic», σημειώνοντας πως «είναι απογοητευτικό που μια πολιτικός που θεωρείται πρότυπο πολιτικού θάρρους και ηθικής ακεραιότητας αρνείται να λάβει θέση ή να κάνει την ελάχιστη αναφορά στο κρίσιμο πρόβλημα των Ροχίνγκια».
Είτε πρόκειται για τακτικό ελιγμό ώστε να μη χάσει τους οπαδούς της που ανήκουν στη βουδιστική πλειοψηφία είτε για ένα δείγμα γραφής της πολιτικής της, το βέβαιο είναι πως η 70χρονη πολιτικός, ακόμη κι αν νικήσει, θα έχει απέναντί της ένα εχθρικό σύστημα που ίσως δεν της επιτρέψει να κυβερνήσει. Ο
εκλογικός νόμος προσφέρει το 25% των 664 εδρών του Κοινοβουλίου στον βιρμανικό στρατό.
Ετσι, ακόμη κι αν έρθει πρώτος, ο NLD θα χρειαστεί να κερδίσει το 67% των εδρών ή να συμμαχήσει με άλλα κόμματα ώστε να μπορέσει να «εκθρονίσει» την κατ’ όνομα πολιτική κυβέρνηση του Κόμματος της Ενωσης Αλληλεγγύης και Ανάπτυξης (USDP) που κυβερνά τη χώρα από το 2011.
Και ούτως ή άλλως δεν θα μπορέσει να χριστεί πρόεδρος, καθώς το Σύνταγμα, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των στρατιωτικών και με φωτογραφικές διατάξεις κατά της ηγέτιδας της αντιπολίτευσης, αρνείται αυτό το αξίωμα σε όσους έχουν «ξένα παιδιά», και οι δύο γιοι της είναι Βρετανοί υπήκοοι.
Η ίδια πάντως δήλωσε πως αν νικήσει θα «ηγηθεί της κυβέρνησης» και θα βρίσκεται «πάνω από τον πρόεδρο».
