Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Περπατώντας ανάμεσα στα πολύχρωμα λαμπιόνια, τις κατάφορτες στολίδια και ακριβά αγαθά βιτρίνες και τους δεκάδες άστεγους και ζητιάνους στο κέντρο της Αθήνας, αναρωτιέμαι όπως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες τι δουλειά έχουν όλα αυτά τα πλαστικά φτιασίδια με το πραγματικό μήνυμα του χριστιανισμού – το μήνυμα της αλληλοβοήθειας, της κοινοκτημοσύνης, της ισότητας, της αντίστασης στην κοσμική εξουσία και την αδικία.

Και λέω «πραγματικό» γιατί καμιά άλλη κοσμοθεωρία δεν βιάστηκε τόσο βάναυσα και για τόσο πολύ καιρό από τους παπάδες και τους άρχοντες όσο το μήνυμα αγάπης και αλληλεγγύης του «πρωτόγονου κομμουνιστή» Ναζωραίου – ένα κήρυγμα ανιδιοτέλειας που κατάντησε ήδη από το 325 και την πρώτη «οικουμενική» σύνοδο της Νίκαιας ένα απλό εργαλείο των «ελέω Θεού» αυτοκρατόρων, των σταυροφόρων και του κάθε λογής μοβόρικου καισαροπαπισμού.

Οπως καταλαβαίνετε, πάνε πολλά χρόνια που δεν έχω προσευχηθεί· για την ακρίβεια έχει να μου συμβεί από την εφηβεία μου, από τότε δηλαδή που πρωτοδιάβασα σε υπέροχη στρωτή καθαρεύουσα τον «Βίο του Ιησού» του Ερνέστ Ρενάν και κατέληξα μέσα μου πως ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ υπήρξε ένας σπουδαίος άνθρωπος, αλλά πάντως άνθρωπος.

Και ότι ο Θεός, αν υπάρχει, φράγκο δεν δίνει για τα όσα τρομερά κάνουν το ένα στο άλλο τα πλάσματά του εδώ χάμου – τόσο αηδιασμένος είναι μάλλον από την κατάντια της σποράς του.

Ο Ρενάν, ο τρομερός Γάλλος παπάς που πέταξε τα ράσα και πρώτος αμφισβήτησε, εν έτει 1863 παρακαλώ, τα εκκλησιαστικά παραμύθια, είναι ένας από τους «πριβέ» ήρωές μου – ελάχιστοι τον ξέρουν πια.

Γεννημένος το 1823 στη Βρετάνη, σπούδασε Θεολογία και έλαβε το ιερατικό σχήμα προοριζόμενος για μια υψηλή θέση στην ιεραρχία.

Σύντομα όμως οι αμφιβολίες τον έπνιξαν και απέβαλε το σχήμα, αναζητώντας νέους ορίζοντες στην κλασική φιλοσοφία και τη μοντέρνα επιστήμη, που τότε κάλπαζε από θρίαμβο σε θρίαμβο.

Το 1862 διορίστηκε καθηγητής στο Κολέγιο της Γαλλίας, αλλά αναγκάστηκε να διακόψει τις παραδόσεις όταν αποκάλεσε τον Ιησού «ασύγκριτο άνθρωπο», αντί για Θεάνθρωπο ή υιό Θεού.

Εναν χρόνο αργότερα «απάντησε» στους επικριτές του εκδίδοντας τον «Βίο του Ιησού» – την πρώτη εξαντλητική μελέτη πάνω στην πραγματική ιστορία του ιδρυτή του χριστιανισμού. Αφορεσμένος, κυνηγημένος, επισκέφτηκε το 1865 την Αθήνα, όπου και έγραψε την περίφημη «Προσευχή πάνω στην Ακρόπολη».

Μία προσευχή που απευθύνεται στην Αθηνά, τη νεκρή Παλλάδα των αρχαίων συντοπιτών μας, οι κατ’ όνομα απόγονοι των οποίων τρέχουν αλαφιασμένοι γύρω μου σήμερα να προλάβουν τα τελευταία γιορτινά τους ψώνια, αλλά μιλά για όλους τους Θεούς:

«Αν ήξερες πόσο δύσκολο είναι να σε λατρεύει κανείς! Ολη η ευγένεια έχει εξαφανισθεί σήμερα. Οι Σκύθες έχουν κατακτήσει τον κόσμο. Δεν υπάρχει πια δημοκρατία από ελευθέρους ανθρώπους, δεν υπάρχουν πια βασιλιάδες από ταπεινή καταγωγή, μεγαλειότητες, που θα μειδιούσες γι’ αυτές.

»Αμόρφωτοι υπερβόρειοι ονομάζουν ελαφρόμυαλους αυτούς που σε λατρεύουν. Μια τρομερή παμβοιωτία, ένας συνασπισμός από όλες τις ανοησίες, απλώνει στον κόσμο κάποιο παγωμένο και βαρύ σαν μολύβι σκέπασμα, που πεθαίνει κανείς από ασφυξία κάτω απ’ αυτό. Κι αυτοί ακόμη, που σε τιμούν, τόσο θα πρέπει να σε λυπούνται!» (…)

Και μετά περιλαβαίνει, Χριστούλη μου, τον πρώτο και χειρότερο βιαστή σου, τον κακομούτσουνο εχθρό της ανθρωπιάς και της ηδονής, τον μισογύνη και δουλοπρεπή υπηρέτη των Ρωμαίων και όλων των κατοπινών αρχόντων – εκείνον τον φαρισαίο, τον Σαούλ από την Ταρσό, που έγινε σε μια νύχτα «απόστολος» Παύλος και μόλυνε την πίστη σου:

«Θυμάσαι την ημέρα εκείνη, κάτω από το αρχοντικό του Διονυσόδωρου, όπου ένας κακοφτιαγμένος, μικρόσωμος Εβραίος, μιλώντας την Ελληνική γλώσσα των Σύρων, ήρθεν εδώ, προσπέρασε βιαστικά τα προπύλαια, χωρίς να σε καταλάβει, διάβασε με μεγάλη προσοχή τις επιγραφές σου και πίστεψε πως βρήκε στον περίβολό σου ένα βωμό αφιερωμένο, σ’ ένα Θεό, σ’ αυτόν που ήταν: Ο Αγνωστος Θεός. Ε, λοιπόν, ο μικρόσωμος αυτός Εβραίος απήγαγε τον βωμό σου. Επί χίλια χρόνια σε θεωρούσαν σαν ψεύτικο είδωλο, σ’ αυτά τα χίλια χρόνια ο κόσμος ήταν μια ερημιά, όπου δεν εφύτρωνε λουλούδι»…

Ομως ο Ρενάν, όπως κι εγώ, είχε ένα κρυφό χαρτί: όταν απελπιζόταν έβρισκε καταφύγιο κι απαντοχή στη διαλεκτική.

«Μία φιλοσοφία κακόβουλη, χωρίς αμφιβολία, μ’ έκανε να πιστεύω ότι η καλοσύνη και η κακία, η χαρά και η θλίψη, η ομορφιά και η ασχήμια, η λογική και η τρέλα, αλλάζουν μεταξύ τους, με λεπτούς χρωματισμούς, τόσον αδιόρατους όσο είναι και οι λεπτότατες αποχρώσεις στο λαιμό ενός περιστεριού.

»Να μην αγαπά κανείς τίποτε, να μη μισεί κανείς απολύτως τίποτε, αυτό καταντάει να λέγεται φρονιμάδα. Αν μια κοινωνία, αν μια φιλοσοφία, αν μια θρησκεία, θα μπορούσε να κατείχε την απόλυτη αλήθεια, αυτή η κοινωνία, αυτή η φιλοσοφία, αυτή η θρησκεία, θα είχε νικήσει όλες τις άλλες και θα ζούσε μόνη αυτή την ώρα.

»Ολοι αυτοί, που ώς τώρα έχουν πιστέψει ότι έχουν δίκαιο, έχουν απατηθεί. Το βλέπουμε ολοφάνερα. […] Να οι βλαστήμιες, που μου υπαγορεύει το βαθιά ανήσυχο, το κακομαθημένο μυαλό μου. Μια φιλολογία, που, όπως η δική σου, θα ήταν εντελώς υγιής, δεν θα ενέπνεε τώρα πια παρά την πλήξη»!

Γυρίζω το βλέμμα προς τον Βράχο και παπαγαλίζω τα λόγια του μακαρίτη σοφού:

«Θεά της λογικής, θα σου πω την βαθύτερη διαστροφή της καρδιάς μου: νους και ευθυκρισία δεν είναι αρκετά για να εξηγήσουν τον κόσμο. Υπάρχει κάποια ποίηση στον παγωμένο Στρυμόνα και στο μεθύσι της Θράκης. Θα ‘ρθούν αιώνες, που οι μαθητές σου θα λογίζονται σαν οπαδοί της Ανίας. Ο κόσμος είναι πιο μεγάλος απ’ ό,τι νομίζεις. […] Ενα απέραντο ποτάμι λησμονιάς μας παρασύρει μέσα σε μιαν άβυσσο, χωρίς όνομα.

»Ω άβυσσος, εσύ είσαι ο μοναδικός Θεός! Τα δάκρυα όλων των λαών είναι αληθινά δάκρυα, τα δάκρυα όλων των σοφών κλείνουν μέσα τους ένα μέρος Αλήθειας. Ολα εδώ κάτω δεν είναι παρά ένα σύμβολο και όνειρο. Οι Θεοί περνούν και χάνονται, όπως και οι άνθρωποι, και δεν θα ήταν καλό να έμεναν αθάνατοι.

»Η πίστη, που δέχθηκαν κάποτε, δεν μπορούσε ποτέ να συνεχισθεί αιώνια, έχει ξεπεραστεί πια γι’ αυτούς, αφού έχει κυλήσει απαλά μέσα στο πορφυρένιο σάβανο της Λήθης, εκεί όπου κοιμούνται οι “νεκροί” Θεοί»…

Πόσες φορές θα σε σκοτώσουν, Χριστούλη μου, πόσες φορές θ’ αναστηθείς;