Στους δρόμους της Αθήνας. Παρακολούθησα προχθές την περιήγηση για την Κατοχή. Πείνα. Παιδιά με πρησμένα στομάχια στα πεζοδρόμια. Κάρα της δημαρχίας. Μεγάλωσα με την Κατοχή. Το κρέας της Κυριακής είχε την επίγευση της Κατοχής. Τα κέικ στις γιορτές μοσχοβολούσαν Κατοχή. Ξεσκέπαζες τον τέντζερη και ξεχυνόταν η Κατοχή ατμοποιημένη. Η Κατοχή είναι η παιδική μας ηλικία, η ενηλικίωση, η ωριμότητά μας. Πείνα. Παιδιά με πρησμένα στομάχια. Κάρα της δημαρχίας. Οι Γερμανοί εγκατέλειψαν την πρωτεύουσα τέτοιες μέρες πριν από εβδομήντα τόσα χρόνια. Χαράς ευαγγέλια. Οι υπόλοιποι συμμετείχαν στην ξενάγηση με γαλήνια πρόσωπα. Δεν διακρινόταν καμιά ανησυχία στο βλέμμα τους. Δεν είχαν το δικαίωμα. Ακολούθησε ο Δεκέμβρης. Ο Εμφύλιος. Ξανά Κατοχή. Δεν είχαν το δικαίωμα να ‘ναι ήσυχοι. Η ησυχία αποτελεί τον υπ’ αριθμόν ένα δημόσιο κίνδυνο.
Τους παράτησα και τρύπωσα στα στενά. Ψιλόβρεχε. Ενας άστεγος τακτοποιούσε κάτι κουρέλια για να πλαγιάσει σε υπόστεγο. Αλλοι ξεδιάλεγαν τ’ αποφάγια στους κάδους των σκουπιδιών. Τρόμος με κατέλαβε αίφνης. Επιτάχυνα το βήμα. Περπατούσα σαν δαιμονισμένος. Γύρω μου διαβάτες με γαλήνια πρόσωπα. Και Κατοχή. Πείνα. Παιδιά με πρησμένα στομάχια. Κάρα της δημαρχίας. Αστεγοι. Ανθρωποι στα σκουπίδια. Δεν είχαν το δικαίωμα να ‘ναι ήσυχοι. Μ’ έλουσε κρύος ιδρώτας. Αρχισα να τρέχω. Δεν θυμάμαι για πόσο. Ολη νύχτα; Δυο νύχτες; Τρεις νύχτες; Οταν συνήλθα στάθηκα στο πρώτο περίπτερο. Αντίκρυ στα πρωινά φύλλα. Αναζητούσα εναγωνίως μια αισιόδοξη είδηση. Εις μάτην. «Ψηφίζεται πολυνομοσχέδιο με επαχθή μέτρα κατ’ εντολήν των Γερμανών» διάβασα. «Υποσιτισμένα παιδιά λιποθυμούν στα σχολεία». Οι Γερμανοί ξανάρχονται, σκέφτηκα. «Κι άλλη αυτοχειρία λόγω ένδειας». Δεν έφυγαν ποτέ στην πραγματικότητα.
Ολούθε διαβάτες με ήρεμα πρόσωπα έσπευδαν στη δουλειά τους. Δεν έχουν το δικαίωμα να εφησυχάζουν. Η ησυχία συνιστά τον υπ’ αριθμόν ένα δημόσιο κίνδυνο. Δεν έφυγαν ποτέ στην πραγματικότητα οι Γερμανοί. Συγκροτούν τη μοναδική σταθερά αυτού του τόπου. Επειτα απ’ τον αγλαό Χρυσό Αιώνα, οι Γερμανοί. Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Μεσαίωνας. Τουρκοκρατία. Δάνεια της Αγγλίας. Δυστυχώς επτωχεύσαμεν. Διεθνής Οικονομικός Ελεγχος. Πόλεμοι. Μικρασιατική Καταστροφή. Δικτατορίες. Κατοχή. Πείνα. Πρησμένα στομάχια. Κάρα της δημαρχίας. Νέα δάνεια. Κρίση χρέους. Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Κομισιόν. Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Πρώτο Μνημόνιο. Τρόικα. Δεύτερο Μνημόνιο. Success story. Τρίτο Μνημόνιο, αποκαλούμενο και Αριστερό. Κουαρτέτο. Ειδεχθείς ρυθμίσεις σ’ έναν νόμο κι ένα άρθρο. Κατοχή. Αστεγοι. Υποσιτισμένα παιδιά. Ανθρωποι στα σκουπίδια. Αυτοκτονίες.
Παρασύρθηκα αλλόφρων στη λεωφόρο. Κανείς δεν δικαιούται να εφησυχάζει. Τ’ αυτοκίνητα περνούσαν ξυστά δίπλα μου. Η ησυχία είναι ο υπ’ αριθμόν ένα δημόσιος κίνδυνος. Εμφανώς ανήσυχοι οι οδηγοί με στόλιζαν τα εξ αμάξης. Κατοχή. Πείνα. Προκαλούσα επιτέλους ανησυχία. Πρησμένα στομάχια. Κάρα. Ευεργετική ανησυχία. Αστεγοι. Υποσιτισμένα παιδιά. Αγνόησα τις συνεχείς συστάσεις του τροχονόμου, ώσπου με πήρε το κατόπι. Ανθρωποι στα σκουπίδια. Αυτοκτονίες. Χώθηκα σε μια πολύβουη στοά. Κόσμος πολύς με γαλήνια έκφραση. Γερμανοί. Παντού Γερμανοί. Ο Σαμαράκης όρμησε και τράβηξε το «Σήμα κινδύνου» στο τρένο. Δεν δικαιούστε να εφησυχάζετε. Εγώ αρκέστηκα σε μια κραυγή. Ουρανομήκη και διαπεραστική: «Στοοοοοοοπ»! Ενιωσα τα τζάμια να ραγίζουν. Κατοχή. Πείνα. Για κλάσματα του δευτερολέπτου να τρίζουν τα μπετά. Η Κατοχή είναι η παιδική μας ηλικία. Κοκάλωσαν όλοι και με κοίταξαν απορημένοι. Ουφ! Προξενούσα επιτέλους ανησυχία. Κι ύστερα συνέχισαν ατάραχοι τον δρόμο τους.
