Πολλοί από τους εκάστοτε υπουργούς Παιδείας ξεκίνησαν το «μεταρρυθμιστικό τους όραμα» από την εξαγγελία ενός μεγαλεπήβολου εθνικού -όπως χάριν στόμφου τον ονομάτιζαν- διαλόγου.
Σε όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις, ακόμη κι αν ο διάλογος αυτός οργανωνόταν καλοπροαίρετα και πλατιά -όπως ο περίφημος διάλογος του Αντώνη Τρίτση- κατέληγε σε κενό γράμμα.
Τόνοι προτάσεων και τόμοι μελετών, επί δεκαετίες, έχουν κατατεθεί στο υπουργείο Παιδείας και, αν δεν έχουν αποσυρθεί στην ανακύκλωση, είναι εγκατεστημένοι στα αζήτητα των αποθηκών και των αρχείων του…
Ελπίζω και εύχομαι και ο διάλογος του υπουργού Φίλη να μην έχει παρόμοια τύχη.
Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί αυτός ο νέος διάλογος να είναι διαφορετικός; Να μη σημαίνει απλώς κωλυσιεργία και εκμετάλλευση χρόνου επί της εφαρμοζόμενης εκπαιδευτικής πολιτικής;
Ο νέος διάλογος μπορεί να είναι ουσιαστικός, αν παράξει εξ αρχής εγγυήσεις ότι τα πορίσματά του μπορούν να μεταφραστούν σε άμεσες και ριζικές αλλαγές επί του εκπαιδευτικού καθεστώτος.
Αν προσδιορίσει με σαφήνεια το περιεχόμενό του, το εύρος και την επικράτεια των συνομιλητών.
Αν προβλέψει μηχανισμό διαιτησίας τόσο κατά τη διεξαγωγή του όσο και στη διαδικασία συμπερασμού.
Κυρίως, αν η πολιτική ηγεσία συγχρονίσει την εξαγγελία του με συγκεκριμένες δεσμεύσεις χάραξης αποτελέσματος και μέτρα εμπέδωσης κλίματος ειλικρίνειας και εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών.
Για να εμπλακούν στον καθολικό διάλογο για την Παιδεία η ίδια η κυβέρνηση και όσοι βρίσκονται φύσει και θέσει απέναντί της με διάθεση κριτική και επικριτική, είτε ως αντιπολιτευόμενα κόμματα είτε ως συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι είτε ως ειδικοί επιστημονικοί φορείς, αλλά ακόμη και ως απλοί πολίτες με ποικίλα βιώματα και ρόλους στον εκπαιδευτικό βίο -διδάσκοντες, διδασκόμενοι ή κηδεμόνες- πρέπει να καλλιεργηθεί το έδαφος, να ειπωθούν αλήθειες και να αναγνωριστούν παραδοχές. Και η κυβέρνηση να πορευτεί στο έργο της, στη συνισταμένη αυτών των παραδοχών.
Η διπλωματία του διαλόγου έχει νόημα όταν μπορεί να οδηγήσει σε ένα μίνιμουμ συμφωνίας, όταν όλες οι πλευρές, με δεδομένη την αντιπαλότητα της θέσης και τη διαφορετική οπτική τους, πειστούν να προσέλθουν σ’ αυτόν αποφασισμένες να παραχθεί αποτέλεσμα.
Και το αποτέλεσμα αυτό, χωρίς ναρκισσιστικούς αυτοχαρακτηρισμούς περί αναγέννησης, μεταρρύθμισης κ.λπ., λέξεων που έχουν δεινοπαθήσει επί δεκαετίες στον βερμπαλισμό της αοριστολογίας, θα πρέπει να εδράζεται στην κοινή προσπάθεια να αποκτήσει ουσία το εκπαιδευτικό σύστημα.
Την ουσία που λείπει και κάνει τον εκπαιδευτικό να διδάσκει χωρίς σαφή στόχο, τον μαθητή να φοιτά χωρίς σαφή στόχο και τον γονιό να μοχθεί χωρίς σαφή στόχο.
Πριν από πολλά χρόνια, τέλος δεκαετίας του ’80, σε μια συζήτηση απολογισμού με μαθητές Γ’ Λυκείου που ετοιμάζονταν για την αποφοίτησή τους, ένα αγόρι, ανακαλώντας τα δώδεκα σχολικά του χρόνια μου είπε αφοπλιστικά: «Τι να το κάνεις, κυρία, όλα αυτά τα χρόνια δεν υπήρχε μαθητική ιδέα».
Και ο γιος μου, τελειόφοιτος του Πολυτεχνείου, μου είπε πρόσφατα: «Θα πάρω το πτυχίο και θα δω τι θα σπουδάσω…»
Το εκπαιδευτικό σύστημα θέλει λίγα λόγια και πολύ μόχθο ώστε από τις μικρές, καθημερινές μετατοπίσεις μέχρι τις κεντρικές αλλαγές στο περιεχόμενο και στη δομή του να κάνει κάτι πολύ απλό:
✏ Να αναζητήσει την Παιδεία στις ρίζες του.
✏ Την προσπάθεια και όχι την υπεκφυγή.
✏ Την κατάκτηση της γνώσης και όχι του τίτλου.
✏ Την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και όχι της αποστήθισης.
✏ Την αγωγή στον δημοκρατικό, συλλογικό βίο και όχι στον ατομικιστικό ανταγωνισμό.
* φιλόλογος, δρ Κοινωνιολογίας ε.τ. σχολική σύμβουλος
