Κώστας Χρυσόγονος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τις τελευταίες εβδομάδες έχει δημιουργηθεί θόρυβος ως προς το ζήτημα των δηλώσεων «πόθεν έσχες» πολιτικών προσώπων και συγκεκριμένα δύο εν ενεργεία υπουργών.

Φημολογείται μάλιστα ότι οι σχετικές πληροφορίες διοχετεύθηκαν στα ΜΜΕ από πρώην κοινοβουλευτικές προσωπικότητες που έχουν συναποκομίσει μεγάλο όγκο φωτοαντιγράφων και ότι υπάρχουν και άλλα στοιχεία στην κατοχή τους, τα οποία θα αξιοποιηθούν «καταλλήλως» εν ευθέτω χρόνω.

Ολα αυτά είναι ενδεικτικά σοβαρών παθογενειών, οι οποίες ενδημούν από δεκαετίες στον ελληνικό δημόσιο βίο και συνέβαλαν στη χρεοκοπία του κράτους. Η περιουσιακή και εισοδηματική κατάσταση των πολιτικών θα έπρεπε να ελέγχεται έγκαιρα και με πληρότητα και οι περιπτώσεις αθέμιτου πλουτισμού να οδηγούνται στη Δικαιοσύνη.

Στην πραγματικότητα όμως οι σχετικές διαδικασίες προχωρούν με χαρακτηριστική καθυστέρηση (π.χ. έως σήμερα δεν έχουν δημοσιευτεί οι δηλώσεις των ετών 2013 και 2014) και γίνονται αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης.

Η ισχύουσα νομοθεσία (άρθρο 225 ν. 4281/2014) αναθέτει τον έλεγχο του «πόθεν έσχες» των πολιτικών σε μια επιτροπή αποτελούμενη από τρία κοινοβουλευτικά μέλη, δύο ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, έναν υποδιοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος και τον πρόεδρο της Αρχής Καταπολέμησης του «Βρόμικου» Χρήματος.

Η ετερογένεια της συγκρότησης της επιτροπής, οι σύνθετες διαδικασίες για τον ορισμό των μελών της, η ανεπάρκεια υποστηρικτικού προσωπικού, καθώς και το ότι τα μέλη έχουν άλλο κύριο αντικείμενο απασχόλησης και η επιτροπή συνιστά πάρεργο, συντελούν ώστε ο έλεγχος να είναι αναποτελεσματικός και ανεπίκαιρος. Και, βέβαια, έτσι μένει ανοιχτός ο δρόμος για φημολογίες.

Ενα περαιτέρω πρόβλημα είναι οι ασάφειες που συνοδεύουν τις σχετικές με το περιεχόμενο των δηλώσεων διατάξεις, όπως π.χ. το αν οι υπόχρεοι πρέπει να αναφέρουν μόνο τα περιουσιακά στοιχεία που μνημονεύονται στα σχετικά έντυπα ή και κάθε άλλο. Σύντομα το ζήτημα αυτό θα εμφανιστεί με τη μορφή της ασυμμετρίας μεταξύ αυτών των εντύπων και της απαίτησης της φορολογικής νομοθεσίας για δήλωση άλλων περιουσιακών στοιχείων για όλους τους πολίτες.

Ωστόσο, ο νόμος δεν προβλέπει καμία διαδικασία άρσης των τυχόν αμφισβητήσεων ή αμφιβολιών με διαφανή και αντικειμενικό τρόπο από την επιτροπή του άρθρου 3Α ή άλλο όργανο.

Για την κατοχύρωση της διαφάνειας και την αντιμετώπιση κάθε υποψίας παρανομίας θα έπρεπε να τροποποιηθεί η σύνθεση της Επιτροπής Ελέγχου ώστε να καταργηθεί η συμμετοχή κοινοβουλευτικών μελών, δεδομένου ότι κανείς δεν πρέπει να είναι κριτής σε δικές του υποθέσεις (ή έστω υποθέσεις των συναδέλφων του).

Ακόμη, το ειδικό αυτό όργανο θα έπρεπε να στελεχωθεί με επαρκές δικό του (όχι αποσπασμένο από άλλες υπηρεσίες) επιστημονικό – βοηθητικό προσωπικό (ορκωτούς ελεγκτές) και να ασκεί εξονυχιστικό έλεγχο στα οικονομικά των κομμάτων και στο «πόθεν έσχες» βουλευτών και λοιπών υπόχρεων. Και, τέλος, η επίλυση αμφισβητήσεων θα έπρεπε να ανατεθεί, με την πρόβλεψη ειδικού ένδικου μέσου, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο είναι από τη φύση του το πιο κατάλληλο δικαιοδοτικό όργανο για τον σκοπό αυτό.

Μια παρόμοια ριζική αναμόρφωση των διαδικασιών ελέγχου θα συνιστούσε, εξάλλου, ορόσημο στον «πόλεμο ενάντια στη διαπλοκή και τη διαφθορά», που εξήγγειλε ο ΣΥΡΙΖΑ στο προεκλογικό του πρόγραμμα του Σεπτεμβρίου 2015, στο πλαίσιο της «θεσμικής ανασυγκρότησης και του εκδημοκρατισμού του κράτους και του πολιτικού συστήματος». Η ώρα της υλοποίησης των εξαγγελιών είναι τώρα.

* καθηγητής Νομικής ΑΠΘ, ευρωβουλευτής ΣΥΡΙΖΑ