Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καλό είναι, πριν σχολιάσουμε προσπάθειες όπως αυτή του Σίμου Κακάλα στον «Ορέστη», να τις τοποθετήσουμε στον κανόνα που τους αρμόζει. Οι περισσότεροι, ορμώμενοι ίσως από την ένταξη της ομάδας «Χώρος» στο πρόγραμμα της Επιδαύρου, περίμεναν μια νεανική ματιά, ανανεωτική όσο και τολμηρή πάνω στο ούτως ή άλλως κάπως άναρχο έργο του αρχαίου τραγικού.

Βάλτε από πάνω και τη μετάφραση του Γιάννη Τσαρούχη, από μόνη της μια προσπάθεια μιας καθ’ ύψος και πλάτος παραβίασης του τείχους ερμηνείας του τραγικού λόγου, εύλογο ήταν να καλλιεργούνται προσδοκίες για κάτι ενδιαφέρον.

Ορθά όλα αυτά, μας διαφεύγει όμως κάτι σημαντικό, που δεν βρίσκεται ούτε στις προσδοκίες ούτε στις συνεντεύξεις των εφημερίδων μας. Αυτό που λησμονούμε είναι ότι το εγχείρημα δεν σχηματίζεται ανάμεσα σε δύο πόλους, της σκηνοθεσίας από τη μια και του κειμένου από την άλλη, αλλά στον ένα και αυτό: της ομάδας ή παρέας που αποφασίζει να συναντηθεί με το κείμενο απροσχημάτιστα, ελεύθερα κι ανυπόκριτα.

Αυτό είναι που τελικά βλέπουμε. Οχι ακριβώς κάποιο νέο «ανέβασμα» του «Ορέστη», μια νέα ματιά στον Ευριπίδη ή ένα σκηνοθετικό όχημα μεταφοράς στη σκηνή της μετάφρασης του Τσαρούχη. Αλλά μια ζώσα επιτέλεση των συγκεκριμένων ηθοποιών που συγκροτείται πάνω στο κύμα της διάθεσης, το κοινό και την πόλη τους. Ετσι διεκδικούν την ελευθερία μέσα στο θέατρο και διαμέσου της παράστασης.

Είναι μια στάση που -αν το καλοσκεφτούμε- δεν αφορά μόνο τον Κακάλα: απλώνεται σε πολλούς ακόμη νέους καλλιτέχνες του θεάτρου μας, σαν σιωπηρό κίνημα απελευθέρωσης της νεανικής σκηνής από τις συμβάσεις, με πρώτο βέβαια θύμα την παλιά σοβαροφάνεια και τα ιδεολογήματα που την εξέθρεψαν.

Αλλιώς είναι αδύνατον να κατανοήσουμε τη στενή σχέση που έχουν αναπτύξει ο Κακάλας και η ομάδα του με το κοινό της πόλης (και δεν είναι οι μόνοι). Δεν νομίζω ότι προέρχεται από το πουθενά: Στηρίζεται στην ειλικρινή αναγνώριση, την αίσθηση πως κανείς εδώ δεν λέει ψέματα, ούτε παίζει τον δάσκαλο, πως από κοινού οδηγούμαστε στο να διαλύσουμε πρώτα ό,τι διαλύεται και να δούμε τι απομένει μετά την επέλαση των βαρβάρων.

Σε αυτή τη βάση λοιπόν θα σχολιάσω και εγώ την παράσταση στην Επίδαυρο. Την είχα δει βιαστικά τον χειμώνα στη Θεσσαλονίκη, όταν ξεσήκωνε το νεανικό φιλικό κοινό της στο «Αυλαία», αποδομώντας, διαλύοντας, ακόμα και γελοιοποιώντας τον «Ορέστη». Οχι πως καθόμουν ευχάριστα στη θέση μου: το σκηνικό τρολάρισμα από ένα σημείο και μετά με ενοχλεί.

Εχω άλλωστε πια κι εγώ τα χρονάκια μου, αρκετά πάντως για να αναρωτιέμαι συχνά κατά μόνας πού βρίσκεται το αστείο. Στο «Αυλαία» όμως όλα οδηγούσαν σε ένα τρελό γλέντι, πανηγύρι εκτροπής και «διονυσιασμού» (η κόσμια λέξη για το «μπάχαλο»), σε ένα ελευθεριάζον «βλάσφημο» βοντβίλ, με ό,τι αυτό σημαίνει.

Η δυναμική των νέων

Στο τέλος τέλος τι άλλο μπορεί να είναι αυτό που έστησαν οι ηθοποιοί της ομάδας με αφορμή τον «Ορέστη»; Με άλλα μέτρα η παράστασή τους είναι δύσκολο να κριθεί. Δεν αντέχει την Επίδαυρο ή τον ακαδημαϊκίστικο σχολιασμό. Προσωπικά, θα προτιμούσα να μείνει στο «Αυλαία», προστατευμένη στο ατίθασο κοινό και τους τέσσερις τοίχους της διάθεσης πως εδώ «απόψε θα τα κάνουμε όλα λίμπα»… Στην Επίδαυρο τα πράγματα είναι αλλιώς.

Το κοινό δεν είναι το κοινό σου. Ο κόσμος εννοεί αλλιώτικα την προσπάθειά σου. Περιμένει από σένα κάτι διαφορετικό από αυτό που μπορείς και έχεις να του δώσεις. Και ό,τι σε διακρίνει δεν κρίνεται στην Επίδαυρο (που δεν είναι θέατρο αλλά τόπος) από μόνο του αλλά με βάση τις προσδοκίες των πολλών.

Γι’ αυτό η ίδια προσπάθεια στην Επίδαυρο μου φάνηκε όχι μόνο εκτός κλίματος, αλλά εκτός τόπου. Ηταν έτσι κι αλλιώς αρκετά ξεθυμασμένη, προσαρμοσμένη να μοιάζει λιγότερο με «περφόρμανς» και περισσότερο με «σκηνοθεσία». Για να το πω διαφορετικά, μου φάνηκε πως είχε χάσει την αρχική ντανταϊστική τρέλα της. Και όταν αφαιρέσει κανείς την τρέλα, τι απομένει;

Δεν αρνούμαι πως ακόμα και έτσι είχε τη δύναμη να φέρει στην Επίδαυρο ένα περιβάλλον που είναι δύσκολο να συγκριθεί με ό,τι άλλο είδαμε πρόσφατα. Ηταν σίγουρα μια παράσταση με γονίδια κλειστού χώρου και αυτό φαινόταν σε αρκετά σημεία της (όπως στη σκηνή που η Ηλέκτρα ψήνει τάχα καφέ στους άλλους για να τους πει το φλιτζάνι σαν άλλη Πυθία – από ψηλά εμείς μόνο μαντεύαμε τη σκηνή).

Από ψηλά όμως μπορούσαμε, από την άλλη, να χαρούμε τα σκορπισμένα «κορμιά» της Μάρθας Φωκά σαν μνήμες νεκρών. Και μπορούσαμε να δούμε τους φωτισμούς του Περικλή Μαθιέλλη να δημιουργούν διαδρόμους και επίπεδα, ένα είδος οπτικής γεωμετρίας που πλαισιώνει τα δύο πατάρια των «ηρώων». Η μουσική των Mohammad εξίσου πολύτιμη: ένα χαλί από διαφορετικές υφάνσεις, που διαπλέκεται με τα λόγια των ηρώων ή τα σχολιάζει.

Δύο ακόμα θετικές μνήμες που διατηρούνται: Η επιτηδευμένα αμήχανη, άψυχη κι άχρωμη αρχή της παράστασης, όταν μια καταβεβλημένη, κουρασμένη Ηλέκτρα διαπορεύει έναν Ορέστη που ακόμα αντέχει να παίζει το παιχνίδι του ρόλου. Και αμέσως μετά, η ένταξη όλων των προσώπων (μαζί με της Ελένης) σε ένα σαλονάκι αστικού τύπου, σαν υπενθύμιση στον Τσαρούχη, αλλά και ερώτηση που πλανάται: τι παίζουμε τώρα εμείς εδώ, τι γυρεύουμε εδώ, τι ζητά αυτό το έργο ανάμεσά μας;

Παράσταση που τσαλακώνεται και ωστόσο διατηρεί μέσα της μια αγριότητα, ένα ρεύμα ανισορροπίας.

Αυτό που έχασε στην Επίδαυρο, το είπαμε ήδη, δεν ήταν το παιχνίδι της φρονιμάδας αλλά της τρέλας. Δύσκολο να «περάσει κάτω» (ή μάλλον να ανεβεί «επάνω») οτιδήποτε γνήσια «κακαλικό». Νιώθαμε την κραυγαλέα διάθεσή του για πείραγμα να γίνεται βάρος αντί για ελαφράδα.

Οι γέρικες φιγούρες ήταν ενοχλητικά καρικατούρες, το σχέδιο του Μενέλαου φαινόταν μάλλον αφελές (δεν σχολιάζω καν την παιδαριώδη ειρωνεία του ονόματός του…), η εικόνα του Αγγελιοφόρου προκάλεσε κατακριτέες αλλά εύλογες αντιδράσεις, η περίεργη στάση του Πυλάδη σαν κολλητού του συνοικιακού γυμναστηρίου δεν λειτούργησε…

Ακόμα και η χρήση των προσωπείων, ακόμα και αυτή η ξαφνική θεατρική έκρηξη στο τέλος με το ντου εξήντα παρακαλώ «θεατών» στην ορχήστρα για να γίνει εκεί τάχα ένα μπάχαλο βίας και αναταραχής… προσπαθούσαν όλα να τεντώσουν ένα σκοινί που βρισκόταν ήδη στα όριά του… Αφήνω κατά μέρος το ότι οι τέσσερις ηθοποιοί της παράστασης (Δήμητρα Κούζα, Ελενα Μαυρίδου, Δημήτρης Λάλος και Μιχάλης Βαλάσογλου) αφέθηκαν να παίξουν στο μεγάλο θέατρο και μπροστά στο κενό χωρίς καμιά τεχνική υποστήριξη. Επόμενο ήταν να ταλαντεύονται στις στιγμές της ακροβασίας τους.

Με δυο λόγια, η παράσταση μόνο «λαϊκή» δεν ήταν, παρά τις εξαγγελίες της για έρευνα στη ρίζα του «λαϊκού». Και εξάλλου τι είδους λαϊκότητα είναι αυτή που διώχνει το κοινό του άνω διαζώματος στο πρώτο μισό; Η λαϊκότητα της Επιδαύρου είναι μεγάλη ιστορία, δύσκολο να την περιγράψεις κι ακόμα δυσκολότερο να την κατακτήσεις. Και πάντως, δεν εκφράζεται με όρους «μπουλουκιού της Λαμίας».

Για την παράσταση στην Επίδαυρο μπορούμε τέλος πάντων να έχουμε ό,τι άποψη θέλουμε. Αμφιβάλλω ωστόσο αν η ομάδα του Κακάλα μάς ακούει. Ανήκει σε μια γενιά που πεθύμησε να κάνει κάτι άλλο, όχι κατ’ ανάγκην «υψηλό», αλλά οπωσδήποτε αληθινό και δραστήριο. Δεν παίζει πάντα το παιχνίδι με τους δικούς μας όρους. Δοκιμάζει να αλλάξει το παιχνίδι.