Κυριακή πρωί. Σταθμός του Ηλεκτρικού στο Μοναστηράκι. Προορισμός μου το Ηράκλειο. Ο μεγάλος εγγονός μου, 11χρονος, έπαιζε μπάλα. Οκτώμισι φτάνει το τρένο. Κατάμεστο. Απορώ. Κυριακή πρωί! Δεν είναι η πρώτη φορά που κάνω την ίδια διαδρομή Κυριακή πρωί. Μπαίνω. Η απορία λύνεται αμέσως. Με πρώτη ματιά καταλαβαίνω ότι με όλον αυτόν τον κόσμο που στριμώχνεται θα μοιραστούμε το ίδιο βαγόνι, το ίδιο τρένο μέχρι τη μεθεπόμενη στάση. Θα είμαστε για τέσσερα λεπτά συνταξιδιώτες. Απρόσωποι συνταξιδιώτες, ματιές φευγαλέες, που θα αφήσουν -εάν αφήσουν- απειροελάχιστο αποτύπωμα στον χρόνο: μια στιγμή.
Δεν ήξερα την επόμενη φάση του ταξιδιού όλων αυτών των ανθρώπων: άντρες, γυναίκες, παιδιά, μικρότερα από τους εγγονούς μου∙ κάποιοι με πρόχειρες αποσκευές: χαρτοδέματα προσεκτικά τυλιγμένα και δεμένα σε πλαστικό. Υπέθεσα όμως από πού μπήκαν στον Ηλεκτρικό: από τον Πειραιά∙ έχει επιλεγεί ως «λιμάνι υποδοχής» (όπως τότε, με τη δική μας προσφυγιά, το Εικοσιδυό∙ έτσι το πρόφεραν οι γερόντισσες στην προσφυγική γειτονιά όπου μεγάλωσα). Ηξερα επίσης πως αυτή η φάση του ταξιδιού τους με την οποία συμπέσαμε θα διαρκούσε ακόμα τέσσερα λεπτά: Μοναστηράκι – Ομόνοια – Βικτώρια. Εκεί, στη Βικτώρια, το τρένο θα έπαιρνε την όψη συνηθισμένου πρωινού Κυριακής. Δεν ήταν ανάγκη να στοιχηματίσω. Ημουν περαστικός από τη Βικτώρια την Πέμπτη και ήξερα.
Η ειρωνεία είναι ότι στο Μοναστηράκι μπήκε και ένας ζητιάνος. Με φωνή που μόλις ακουγόταν, εκλιπαρούσε για βοήθεια δείχνοντας κάτι χαρτιά νοσοκομείου προς απόδειξη ειλικρίνειας, που είναι ζήτημα, στο ασφυκτικά γεμάτο βαγόνι, αν δυο-τρεις επιβάτες καταλάβαιναν τι έλεγε. Αν και η έκκληση για βοήθεια, σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, φοράει, νομίζω, το ίδιο ρούχο. Πρώτος μου εξάδελφος, που πήγε αυτοβούλως το Σάββατο να βοηθήσει πρόσφυγες φιλοξενούμενους στα κτίρια του Τάε Κβον Ντο, μου έλεγε: «Καλό θα ήταν, όσοι θέλουν, να βοηθήσουν. Είναι άσκηση ανθρωπιάς!»
