Με την προειδοποίηση προς τους μεγάλους κεντρικούς τραπεζίτες τους πλανήτη να μην αυξήσουν τα επιτόκιά τους γιατί η παγκόσμια οικονομία κινδυνεύει από ένα νέο κραχ έκλεισε χθες την ετήσια σύνοδό του στη Λίμα του Περού το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Στο τελικό ανακοινωθέν του το Ταμείο επισήμανε προς άπαντες τους ενδιαφερομένους ότι η αβεβαιότητα και η αστάθεια στις διεθνείς κεφαλαιαγορές έχουν αυξηθεί και ότι οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης έχουν εξασθενήσει τόσο στις αναδυόμενες αγορές όσο και σε αρκετές ανεπτυγμένες οικονομίες.
Η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, προειδοποίησε ότι πιθανή αύξηση του κόστους δανεισμού σε ΗΠΑ και Βρετανία θα έχουν επιπτώσεις στις διεθνείς κεφαλαιαγορές, ενώ κάλεσε από την άλλη πλευρά ευρωζώνη και Ιαπωνία να συνεχίσουν να στηρίζουν τις οικονομίες τους μέσω της πολιτικής της ποσοτικής χαλάρωσης.
Το καμπανάκι του ΔΝΤ δεν συμμερίστηκε όμως -όλως περιέργως- ένα «κουαρτέτο» πρώην κεντρικών τραπεζιτών, οι Ζαν-Κλοντ Τρισέ της ΕΚΤ, Αξελ Βέμπερ της γερμανικής Bundesbank, Τζέικομπ Φρένκελ της Τράπεζας του Ισραήλ και Αρμίνιο Φράνκα της Τράπεζας της Βραζιλίας.
Τα «τέσσερα γεράκια», διαφωνώντας κάθετα με τις παραπάνω προτροπές του ΔΝΤ, συνέγραψαν μελέτη την οποία και δημοσιοποίησαν στη Λίμα και προειδοποίησαν από την πλευρά τους ότι η παρατεταμένη περίοδος υπερβολικά χαμηλών επιτοκίων και αντισυμβατικών μέτρων χαλαρής νομισματικής πολιτικής, όπως η ποσοτική χαλάρωση, βάζει τους σπόρους της επόμενης χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Εκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου ότι η παρατεταμένη περίοδος διατήρησης του κόστους δανεισμού από τους κεντρικούς τραπεζίτες σε τόσο χαμηλά επίπεδα οδηγεί σε ανάληψη υψηλών ρίσκων και στη δημιουργία επικίνδυνα υψηλών επιπέδων χρέους.
Αυτό βέβαια είναι ήδη γνωστό εδώ και καιρό. Το μεγαλύτερο μέρος από τα περίπου 7 τρισ. δολάρια που έριξαν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα από το 2009 η αμερικανική Fed και οι υπόλοιπες μεγάλες κεντρικές τράπεζες -με πρόθεση (υποτίθεται) να σταθεροποιήσουν και να αναθερμάνουν τράπεζες και οικονομία- οδήγησαν ως γνωστόν σε εκτόξευση των επενδύσεων χαρτοφυλακίων και σε τεράστιες φούσκες σε αναπτυσσόμενο και ανεπτυγμένο κόσμο, οι οποίες σκάνε τώρα.
Οι τέσσερις αμετανόητοι φιλελεύθεροι πρώην κεντρικοί τραπεζίτες απέφυγαν να μιλήσουν όμως γι’ αυτό νωρίτερα, αφού ο στόχος της μελέτης-παρέμβασής τους ήταν, όπως φαίνεται, άλλος:
«Ο βασικός κίνδυνος συνέχισης αυτής της χαλαρής πολιτικής από τις κεντρικές τράπεζες είναι ότι μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση των υποκείμενων συστηματικών προβλημάτων και να καθυστερήσει ή να αποτρέψει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις», έγραψαν αποσαφηνίζοντας τις προθέσεις τους.
«Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι αναγκαίες για την τόνωση των δυνατοτήτων οικονομικής ανάπτυξης» είπε με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια στη Λίμα ο Φρένκελ. Και βέβαια άπαντες κατάλαβαν ότι η παρέμβαση των «4» στόχευε στην υπενθύμιση του γνωστού «ποιήματος του νεοφιλελευθερισμού», που στο όνομα μιας δήθεν οικονομικής αποτελεσματικότητας μεγεθύνει επί της ουσίας τις ανισότητες στον πλανήτη.
Το πρόβλημα όμως είναι ότι ούτε η υπερβολικά χαλαρή νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζιτών ούτε οι μεταρρυθμίσεις των νεοφιλελεύθερων έχουν καταφέρει να βγάλουν την παγκόσμια οικονομία από την κρίση.
Αντίθετα, επτά χρόνια από την κατάρρευση της Lehman Brothers, η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται ξανά ένα βήμα πριν από τη στασιμότητα και το βαθύ τούνελ του αποπληθωρισμού.
Είναι εμφανές ότι η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να κάνει τίποτα περισσότερο. Η απάντηση είναι η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, όμως τα γεράκια της δημοσιονομικής πειθαρχίας και οι κοντόφθαλμες ελίτ που αυτά υπηρετούν αρνούνται πεισματικά έναν τέτοιο δρόμο.
