«Θέλω να με κοιτάξει στα μάτια και να μου πει τι έχει σκοπό να κάνει». Η πρόταση-έκκληση αυτή ακούγεται από πολλά στόματα πολιτών. Το ενδιαφέρον είναι πως το απευθύνουν στον πολιτικό αρχηγό που θα ήθελε να ψηφίσει ο καθένας, αλλά κάτι τον έχει στενοχωρήσει, κάπου τον έχει απογοητεύσει, κάπως τον έχει φοβίσει και του έχει παράπονα.
Το περίεργο είναι πως ουδέν από τα πολιτικά κόμματα εξαιρέθηκε από την παραπάνω δήλωση. Αρα, το «κοίτα με να σε κοιτώ» είναι γενικής αποδοχής και ειδικής απόρριψης μεταξύ των πολιτών. Από την άλλη, το «δεν σε ξέρω, δεν με ξέρεις, υποφέρω κι υποφέρεις» παραμένει διαχρονικό πολιτικό συνθηματικό μεταξύ των πολιτικών αρχηγών.
Μπερδεμένα πράγματα. Γιατί η «ματιά» του πολιτικού προς τον πολίτη και τούμπαλιν δεν έχει να κάνει μόνο με την ειλικρίνεια, αλλά και με τη γνώση. Και κυρίως με την κατανόηση. Ενα χαρακτηριστικό περιστατικό στο μετρό μού ξεκαθάρισε το τοπίο (δόξα τω Θεώ, δηλαδή, γιατί είχα αρχίσει να χάνομαι στις ομίχλες του Αγγελόπουλου). Είμαστε στoιβαγμένοι σε συρμό και χτυπάει κινητό.
Συνεπιβάτης σηκώνει το κινητό και φωνάζει – από οργή και από συνήθεια συνάμα: «Μάρνης; Γιατί είσαι Μάρνης; Χαλ-κο-κον-δύ-λη σου είπα. Τι δεν κατάλαβες; Γιατί πήγες εκεί πέρα βρε παιδάκι μου!»… η συζήτηση συνεχίζει, με τον έτερο συνομιλητή στην άλλη άκρη της γραμμής να προσπαθεί να εξηγήσει ένας Θεός ξέρει τι και ο δικός μας επιστρέφει πιο απεγνωσμένα αυτή τη φορά: «Μα, αφού σου είπα Χαλκοκονδύλη, γιατί πήγες Μάρνης;». Μην τα πολυλογούμε, η κουβέντα συνεχίστηκε για τρεις-τέσσερις στάσεις. Φτάνοντας στην Ομόνοια, ακούω: «Δεν συνεννοούμαστε. Κάτσε εκεί που είσαι. Είμαι Ομόνοια. Θα ‘ρθω να σε πάρω».
Εσύ τον θες Χαλκοκονδύλη, αυτός πάει Μάρνη, δεν καταλαβαίνει πώς βρέθηκε εκεί και πώς να γυρίσει πίσω και τελικά πρέπει να πας ο ίδιος να τον πάρεις από το χέρι για να τον καθοδηγήσεις. Αλλιώς, μπέρδευεται, τα χάνει… Ιδού η σημερινή κατάσταση πολιτών και πολιτικών, συνειδήσεων και ιδεολογιών, απλά και μετροειπωμένα.
