Το φαινόμενο Villagers of Ioannina City χρήζει αναλύσεως. Πώς είναι δυνατόν ένα συγκρότημα από τα Ιωάννινα, που δεν ακούγεται καν από το ραδιόφωνο και μέχρι πριν από δύο χρόνια άνοιγε απλώς τη συναυλία των Baba Zula στο Passport των 500 ατόμων, να εμφανίζεται στην κατάμεστη Τεχνόπολη, προχθές Παρασκευή, μαζεύοντας περισσότερους από έξι χιλιάδες θεατές;
Πώς λειτούργησε τόσο αποτελεσματικά το «από στόμα σε στόμα» και πώς το γκρουπ έχτισε έτσι γρήγορα (κι έξυπνα) το όνομά του αποκτώντας ευρύ και φανατικό κοινό;
Μία απάντηση είναι το στυλ της μουσικής τους, αυτό το ηπειρώτικο σε ήχο χέβι μέταλ ακούγεται πολύ γοητευτικό. Η δεύτερη απάντηση έχει να κάνει με τις συναυλίες τους, που είναι πραγματικά… κολασμένες. Ο κόσμος περνάει καλά, πολύ καλά. Επρεπε να βρισκόσασταν από μια μεριά (όσοι δεν… ήσασταν εκεί) την Παρασκευή το βράδυ να βλέπατε τι κατάσταση επικρατούσε. Μια Τεχνόπολη να… φλέγεται.
Αξίζουν τα live των VIC, αποτελούν ένα ψυχεδελικό ταξίδι με όχημα την παράδοση, τα ηπειρώτικα, τα ρεμπέτικα κ.ο.κ. Με βάση το ψυχεδελικό post rock. Συνδυασμός που… σκοτώνει! Και όπως είπε στην «Εφ.Συν.» ο Αλέξης Καραμέτης, ο τραγουδιστής και ψυχή του γκρουπ, τους προέκυψε αυθόρμητα. «Δεν ήθελε πολλή σκέψη.
Κάποια στιγμή τζαμάροντας στο στούντιο προσθέσαμε παραδοσιακά όργανα. Η κιθάρα κρατούσε πρωταγωνιστικό ρόλο, το κλαρίνο πλέον κερδίζει το σολιστικό μέρος. Μας βγήκε πολύ φυσικά, αν και δεν παίζαμε ηπειρώτικα».
Δεν έπαιζαν, αλλά άκουγαν. «Βασικά ξεκίνησα από το ροκ», μάς λέει ο Αλέξης Καραμέτης. «Αλλά τα τελευταία χρόνια μού αρέσει η παραδοσιακή μουσική, ακούω παλιές ηχογραφήσεις και κομπανίες με ηπειρώτικα». Και οι επιρροές του; «Ροκ φυσικά, στο πιο σκληρό, ξένα κυρίως αλλά και Τρύπες, Ξύλινα Σπαθιά. Και Νίκο Παπάζογλου, μην τον ξεχάσω».
Η μπάντα από τα Ιωάννινα έβαλε δίπλα στις σκληρές κιθάρες και τα ντραμς το κλαρίνο και την τσαμπούνα. Το κοινό τους, όπως φάνηκε και στην Τεχνόπολη, όλων των ηλικιών. Αλλά κυρίως πιτσιρικάδες, που σε κάνουν να απορείς: πότε, διάολε, έμαθαν όλα αυτά τα παραδοσιακά τραγούδια και τα λένε απ’ έξω και ανακατωτά;
Είναι δυνατόν ένας 14χρονος να «χτυπιέται» με το «Γιάννη μου, το μαντίλι σου»; Και όμως. Μέχρι και καπνογόνα άναψαν προχθές, συνθήκες ποδοσφαιρικού γηπέδου. Είναι δε από τα ελάχιστα ονόματα στις συναυλίες των οποίων παραληρούν όλοι, ακόμα και όσοι βρίσκονται πίσω πίσω. Σαν ένα κύμα να τους παρασύρει.
«Μας αρέσει να πειράζουμε την παράδοση, άλλωστε δεν μπορούμε να συνεχίζουμε να ακούμε τη μουσική όπως ήταν πεντακόσια χρόνια πριν», εξηγεί ο Αλέξης. «Μην ξεχνάμε πως το κλαρίνο μπήκε αργά, παλιά έπαιζαν με φλογέρες. Ο κάθε άνθρωπος κάνει μουσική όπως του γουστάρει, αρκεί να το νιώθει».
Το πρώτο τους άλμπουμ, το «Riza», βασίστηκε στα ηπειρώτικα, το καινούργιο που θα έρθει του χρόνου θα είναι διαφορετικό, «θα πάμε μια άλλη βόλτα», μας αποκαλύπτει. Είναι και τα ρεμπέτικα μια τεράστια δεξαμενή, τολμώ την πρόβλεψη.
Θα δείξει. Το σίγουρο είναι πως οι νέοι έχουν έρθει πιο κοντά στην παράδοση τα τελευταία χρόνια, ο Αλέξης πιστεύει πως παίζει ρόλο και η μετανάστευση. «Οι περισσότεροι έχουν έναν ξάδελφο στη Γερμανία, κάθε άνθρωπος διαθέτει κοντινούς φίλους στο εξωτερικό που βρίσκονται εκεί για δουλειά». Δείχνει ευαίσθητος και για το προσφυγικό.
«Αυτή η Ευρώπη δεν μου αρέσει σε καμία περίπτωση. Μεσαίωνας. Χτυπούν μετανάστες, γονείς και παιδιά, δεν υπάρχει παρακάτω. Η ανθρωπότητα έχει βαλτώσει. Θα περίμενα άλλη αντιμετώπιση, όχι κάποιες χώρες της Ε.Ε. σαν στρατιωτάκια να υψώνουν τείχη και συρματοπλέγματα».
Πάντως για τα πολιτικά δηλώνουν ακομμάτιστοι, η συμμετοχή τους βέβαια στο Resistance Festival αποκαλύπτει την αριστερή τους οπτική. «Σε φεστιβάλ της ΟΝΝΕΔ δεν θα παίζαμε» λέει ο Αλέξης, γελώντας.
Δεν ξέρω αν «φτιαχτήκατε» με τα παραπάνω, πιθανότατα ναι. Ε, λοιπόν, θα σας απογοητεύσω: μην περιμένετε να τους δείτε να παίζουν ζωντανά, σύντομα. Οι VIC δίνουν ελάχιστα live, σπάνια κατεβαίνουν από τα Ιωάννινα στην Αθήνα. «Δεν θέλουμε να δίνουμε συνέχεια live, δεν μας ταιριάζει, αντιμετωπίζουμε την κάθε συναυλία σαν να είναι η πρώτη μας». Υπομονή, επομένως.
