Η «Εφ.Συν.» πήγε στο καταφύγιο του παγκοσμίου φήμης σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα, ψυχοθεραπευτή και καθηγητή Ψυχιατρικής στην Καλιφόρνια, ο οποίος μίλησε για το χθες, το σήμερα και το αύριο της Ελλάδας και της Ευρώπης.
Χτυπάω την πόρτα στο μικρό ξύλινο καταφύγιό του, μερικά μόλις μέτρα απέναντι από την κεντρική είσοδο του σπιτιού του. Στο ίδιο μέρος που τον είχα συναντήσει ακριβώς τρία χρόνια πριν, όταν, διαβάζοντας τον «Δήμιο του Ερωτα», τελείως απρομελέτητα αποφάσισα να του γράψω ένα email εκφράζοντάς του την επιθυμία μου να μου παραχωρήσει συνέντευξη. «Θα κάνετε όλο αυτό το ταξίδι τόσων ωρών από την Ουάσινγκτον στο Πάλο Αλτο για μία μόνο συνέντευξη;» ήταν το ερώτημα που μου έγραφε στην απάντησή του την επόμενη μέρα.
Η ανταπάντησή μου ήταν καταφατική και δεν χωρούσε δεύτερη σκέψη. Είτε από δέος είτε από περιέργεια, είχε καρφωθεί στο μυαλό μου η θέληση να γνωρίσω την προσωπικότητα που βρίσκεται πίσω από την εικόνα του ψυχοθεραπευτή, ο οποίος από πολλούς σκιαγραφείται ως ο Φρόιντ των ημερών μας, αλλά και του συγγραφέα πολλών βιβλίων μέσω των οποίων με έναν μοναδικό τρόπο μετουσίωσε την κλινική πείρα σε λογοτεχνία, απελευθερώνοντας την έννοια της ψυχοθεραπείας από ταμπού και προκαταλήψεις που την ήθελαν να αφορά κάποιους λίγους, περιθωριοποιημένους και «προβληματικούς» ανθρώπους.
Ηρεμία ψυχής
Σε ηλικία σήμερα 85 ετών, ο Ιρβιν Γιάλομ διατηρεί μια ξεχωριστή διαύγεια μυαλού, που άλλοι συνομήλικοί του, αλλά ακόμα και νεότεροί του, θα ζήλευαν. Ανοίγει την πόρτα του προσωπικού του γραφείου φορώντας τις πιτζάμες του. «Δεν συνειδητοποίησα πώς πέρασε η ώρα.
Δώστε μου λίγο χρόνο να ετοιμαστώ και θα σας φωνάξω» μου λέει. Οση ώρα περιμένω καθισμένος σε ένα πεζούλι στον κήπο του σπιτιού του σκέφτομαι πόση ηρεμία ψυχής χρειάζεται να έχει επιτύχει πρώτα στη σχέση του με τον εαυτό του, για να είναι σε θέση να προσεγγίσει εις βάθος τα ψυχολογικά δράματα άλλων.
Στο σημείο που τον περιμένω, περνούν κάθε βδομάδα δεκάδες ασθενείς. Ορισμένοι από αυτούς κάνουν χιλιάδες χιλιόμετρα για να τον επισκεφθούν από την άλλη άκρη της Καλιφόρνιας και να περάσουν μαζί του μία ή δύο ώρες ψυχανάλυσης. Είναι άνθρωποι με βαριά ψυχολογικά προβλήματα, όπως μου εξηγεί αργότερα. Πρόσωπα βυθισμένα στην κατάθλιψη, την ερωτική απογοήτευση, την απομόνωση, με τα περισσότερα να προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη της επιβίωσης και την παραίτηση από τη ζωή.
Καθόμαστε στις ίδιες ακριβώς θέσεις όπου πριν από τρία χρόνια είχαμε και πάλι καθίσει. Τις δύο αναπαυτικές πολυθρόνες, που είναι με τέτοιο τρόπο τοποθετημένες, η μία απέναντι από την άλλη, ώστε να διευκολύνεται η ψυχοθεραπεία ως μία διαλεκτική διαδικασία. Πιάνουμε τη συζήτηση από το ίδιο σημείο που την αφήσαμε την προηγούμενη φορά. Τους Ελληνες και την κρίση στη χώρα μου.
«Τα πράγματα δεν δείχνουν να έχουν βελτιωθεί τα τελευταία τρία χρόνια, αλλά αντιθέτως επιδεινώνονται διαρκώς» είναι η διαπίστωση που κάνει, στην οποία αντιδρώ με έναν ασυνείδητο μορφασμό απογοήτευσης. Κεντρική παράμετρος της σκέψης του είναι η ψυχολογική διάσταση της κρίσης που βιώνει η ελληνική κοινωνία. Εχει αρκετούς φίλους Ελληνες με τους οποίους όταν μιλάει αυτό που του μεταφέρουν είναι η ψυχολογική κατάπτωση της κοινωνίας.
Ως βασικότερη αιτία αυτής της εθνικής μελαγχολίας διαβλέπει την έλλειψη προοπτικής για κάτι καλύτερο. «Οταν ο άνθρωπος κοιμάται και ξυπνάει με την αγωνία τι θα του ξημερώσει αύριο, δεν μπορεί να έχει ήρεμη ούτε κοινωνική ούτε προσωπική ζωή».
Τον προβληματίζει το ποσοστό αυτοκτονιών που καταγράφεται στη χώρα μας και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Το χαρακτηρίζει σύγχρονη μάστιγα της εποχής μας, ως απόρροια του ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι κλείνονται στον εαυτό τους, στα προβλήματά τους. «Δεν αναζητούν τη λύση στους άλλους ανθρώπους, αλλά αφήνουν το πρόβλημά τους να διογκωθεί μέχρις ότου να τους πνίξει» σημειώνει. Προσθέτοντας ότι σε χώρες όπου τα προβλήματα μέσα στις οικογένειες αλλά και μέσα στους εαυτούς τους οι άνθρωποι συνηθίζουν να τα κρύβουν κάτω από το χαλί, τέτοια φαινόμενα είναι εντονότερα.
Πόσο εύκολο όμως είναι να αφήσουμε πίσω μας την τάση για κοινωνική απομόνωση; Οπως εξηγεί, το βασικότερο λάθος που κάνει ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων είναι «να συνάγει πρόωρα συμπεράσματα για άλλους ανθρώπους. Και αυτή η συμπεριφορά είθισται να είναι επικρατέστερη σε κοινωνίες που πλήττονται από την οικονομική κρίση. Οι άνθρωποι γίνονται καχύποπτοι με τον διπλανό τους, ενώ σε ακόμα περισσότερες περιπτώσεις ο φθόνος κυριαρχεί. Ολα αυτά τους αποτρέπουν από το να ανοιχτούν, να ακούσουν και να κατανοήσουν αυτά που ο άλλος έχει να τους πει. Και τότε “η κοινωνική απομόνωση” και, ακόμα χειρότερα, η υπαρξιακή μοναξιά σπρώχνουν τον άνθρωπο πιο βαθιά στα αδιέξοδά του», όπως εξηγεί.
Αν και παρακολουθεί πολύ στενά τις οικονομικές εξελίξεις και τα πολιτικά δρώμενα στην Ελλάδα, ο Ιρβιν Γιάλομ προτιμά να μην υπεισέρχεται με πολλές λεπτομέρειες στην ανάλυση της ελληνικής πραγματικότητας. Εχει ενημερωθεί και γνωρίζει το πώς οι διεφθαρμένες πολιτικές ελίτ οδήγησαν τη χώρα μας στο χείλος της χρεοκοπίας, όπως επίσης έχει το πολιτικό αισθητήριο να διαβλέψει τους κινδύνους που εγκυμονούν οι αδιάκοπες πολιτικές λιτότητας που επιβάλλονται στη χώρα μας και σε άλλους λαούς ευρωπαϊκών κρατών.
Συμμερίζεται φέρ’ ειπείν τον φόβο πολλών για την άνοδο εξτρεμιστικών κομμάτων και ακραίων πολιτικών προσωπικοτήτων ως αντίδραση πολλών Ευρωπαίων και Ελλήνων ψηφοφόρων στα κλιμακούμενα μέτρα αποδόμησης του κοινωνικού ιστού και της μεσαίας τάξης. Συμφωνεί με την άποψη ότι το πρόβλημα του φασισμού στην Ελλάδα, που αποτυπώνεται με την εκλογική παρουσία της Χ.Α., δεν έχει τελειώσει, αλλά αντίθετα ελλοχεύει ως υπαρκτός κίνδυνος για τη Δημοκρατία.
Στη διάρκεια της συζήτησής μας με ρωτάει πώς αντιμετωπίζουν τη δύσκολη οικονομική πραγματικότητα οι νέοι στην πατρίδα μου. Του αναφέρω παραδείγματα πολλών μορφωμένων συνομηλίκων μου με πτυχία και μεταπτυχιακά που πασχίζουν να βρουν μια θέση εργασίας, έστω και κακοπληρωμένη. «Το να γυρίζουν τα νέα παιδιά την πλάτη στη χώρα τους, γιατί αδυνατεί να τους προσφέρει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, είναι η πραγματική τραγωδία».
Οταν του λέω πόσο υψηλό είναι το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα, αναρωτιέται πώς μια χώρα μπορεί να παραμένει όρθια με τόσο άνεργο νέο πληθυσμό. «Είναι τρομακτικό να σκεφτεί κανείς το περιβάλλον στο οποίο οι νέες γενιές καλούνται να αντεπεξέλθουν και να επιβιώσουν. Πραγματικός εφιάλτης».
Αποφασίζουμε να ανανεώσουμε το ραντεβού μας σε δύο χρόνια από σήμερα, στοιχηματίζοντας ο καθένας από τη δική του οπτική αν η κατάσταση στην Ελλάδα θα έχει βελτιωθεί ή χειροτερεύσει. Ενα κομμάτι της συζήτησης, που δεσμευτήκαμε να μείνει αδημοσίευτο μέχρι τότε…
