Δύσκολο να βρει κανείς διεθνές βραβείο πιο αμφιλεγόμενο από το Νόμπελ Ειρήνης. Χτες, ας πούμε, έγινε γνωστό πως το Νόμπελ για το 2015 απονέμεται στο Κουαρτέτο Εθνικού Διαλόγου της Τυνησίας – την τετράδα των φαινομενικά ασύνδετων μεταξύ τους θεσμών που καθοδήγησε τον εθνικό διάλογο στην Τυνησία και συνέβαλε ουσιαστικά ώστε το λίκνο της «αραβικής άνοιξης» να μην έχει την τραγική εμφυλιοπολεμική τύχη των γύρω «μιμητών» του, μετά την «Επανάσταση του Γιασεμιού» το 2011.
Βοήθησε, δηλαδή, να αποφύγει η Τυνησία την άγρια αλληλοσφαγή που συνεχίζεται εδώ και πάνω από τέσσερα χρόνια σε Λιβύη και Συρία, αλλά και την αιματοβαμμένη «παλινόρθωση» των απολυταρχικών μορφών διακυβέρνησης, σαν αυτή που παρακολουθήσαμε στην Αίγυπτο, όπου η χούντα του Μουμπάρακ… αναγεννήθηκε σαν τον Φοίνικα των δικών μας συνταγματαρχών από τις στάχτες της, με τη μορφή του στρατηγού-«προέδρου» Αλ Σίσι.
Και είναι από κάθε άποψη ένα δίκαιο Νόμπελ: πράγματι, το εν λόγω κουαρτέτο –που αποτελείται από τη μεγαλύτερη εργατική συνομοσπονδία της χώρας UGTT, την ομοσπονδία των εργοδοτικών οργανώσεων (Utica), την τυνησιακή Ενωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (LTDH) και τον Δικηγορικό Σύλλογο της Τυνησίας– συστάθηκε ad hoc το καλοκαίρι του 2013, σε μια στιγμή που η νεογέννητη δημοκρατία απειλούνταν από την κοινωνική αναταραχή και τις διαδοχικές πολιτικές δολοφονίες, και κατάφερε να οργανώσει και να συντηρήσει έναν μακροχρόνιο «εθνικό διάλογο» ανάμεσα στους πιο μετριοπαθείς ισλαμιστές και στους «κοσμικούς» αντιπάλους τους, υποχρεώνοντάς τους να «τα βρουν» και να συνυπάρξουν σε μια κοινή, ειρηνική πολιτική διαδικασία, που οδήγησε στις (σχετικά αναίμακτες) βουλευτικές και προεδρικές εκλογές του 2014.
Οπως ανέφερε χαρακτηριστικά η νορβηγική επιτροπή που επιλέγει τους νικητές, ο ρόλος του κουαρτέτου ήταν «κρίσιμος», προκειμένου η Τυνησία «να θεσπίσει ένα συνταγματικό κυβερνητικό σύστημα που θα εγγυάται τα θεμελιώδη δικαιώματα για το σύνολο του πληθυσμού χωρίς διάκριση φύλου, πολιτικών φρονημάτων (και) θρησκευτικών πεποιθήσεων».
Υπερβολές; Αναμφισβήτητα: ναι μεν το διεφθαρμένο καθεστώς του Μπεν Αλί κατέρρευσε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα, υπό την πίεση της λαϊκής εξέγερσης, αλλά στη συνέχεια τα περισσότερα από τα κρίσιμα κοινωνικά και εργατικά αιτήματα –με πρώτο όλων τη δικαιότερη κατανομή του παραγόμενου πλούτου και την καταπολέμηση της φτώχειας και της νεανικής ανεργίας– που πυροδότησαν τον ξεσηκωμό «θάφτηκαν» κάτω από την αδήριτη ανάγκη για «πολιτική σταθερότητα» και αποφυγή του εμφυλίου.
Οι άγριες ταξικές ανισότητες διατηρήθηκαν ανέπαφες, όπως και οι τεράστιες περιουσίες της πλειονότητας των παλιών αφεντικών – όσων, τέλος πάντων, δεν συνόδευσαν τον πρώην δικτάτορα στην αυτοεξορία. Και δεν είναι διόλου τυχαίο ότι τον ρόλο του «θεσμικού αμορτισέρ» έπαιξαν από κοινού εργοδότες και επαγγελματίες συνδικαλιστές-εργαζόμενοι.
Άλλωστε, ο «ισλαμιστικός κίνδυνος» κάθε άλλο παρά έχει απομακρυνθεί: μέσα στο τρέχον έτος, δύο πολύνεκρα τρομοκρατικά χτυπήματα (η επίθεση στο Εθνικό Μουσείο Μπάρντο, με 22 νεκρούς, και λίγο αργότερα το μακελειό των ξένων τουριστών σε παραλιακό θέρετρο, όπου δολοφονήθηκαν συνολικά 39 άνθρωποι) «ανάγκασαν» τη νέα κυβέρνηση να επιβάλει ένα ιδιότυπο καθεστώς έκτακτης ανάγκης, μια διαρκή «κατάσταση πολιορκίας», που «τσουβαλιάζει» στο ίδιο σακί τους ύποπτους για τρομοκρατία με τους πιο «ενοχλητικούς» συνδικαλιστές και ακτιβιστές.
Από αυτή την άποψη, και η τυνησιακή επανάσταση, που ξεκίνησε με την αυτοπυρπόληση του μικροπωλητή Μοχάμεντ ελ-Μπουαζίζι, κατέληξε να προδοθεί, όπως τόσες και τόσες άλλες στο ατέλειωτο ποτάμι της Ιστορίας: όμως εξίσου άδικο θα ήταν να μηδενίσουμε την πολιτικο-κοινωνική σημασία του αυθόρμητου τυνησιακού ξεσηκωμού, που –αν μη τι άλλο– παραμένει το μοναδικό «success story» της «αραβικής άνοιξης», μέσα σε μια θάλασσα αίματος και προσφυγιάς.
Ας αφήσουμε όμως την Τυνησία: άλλο είναι αυτό που με διαολίζει.
Να, με το που ανακοινώθηκε το φετινό Νόμπελ, δύο από τους προηγούμενους «νομπελίστες» –η Ευρωπαϊκή Ενωση, που βραβεύτηκε το 2012 για τη «συμβολή της επί έξι δεκαετίες στην προώθηση της ειρήνης, της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», και ο Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, που βραβεύτηκε το 2009 για τις «εξαιρετικές προσπάθειές του για την ενίσχυση της διεθνούς διπλωματίας και τη συνεργασία μεταξύ των λαών»…– έσπευσαν να χαιρετίσουν τη φετινή επιλογή.
Ναι, μιλάμε για τις… φιλειρηνικές ηγεσίες των δύο «Ηνωμένων Πολιτειών», της Αμερικής και της Ευρώπης, οι οποίες βομβάρδισαν τη Λιβύη, στήριξαν με όπλα και χρήματα τους ισλαμιστές της Συρίας, και συμμετέχουν ενεργά σε όλους τους κατ’ όνομα «εμφυλίους», αλλά στην πραγματικότητα «πολέμους δι’ αντιπροσώπων» ανά τον κόσμο: μιλάμε για τις ίδιες μετα-αποικιοκρατικές δυνάμεις που συνεργάζονται ανερυθρίαστα με τις χειρότερες δικτατορίες όλης της Γης.
Οι ίδιες δυνάμεις που σήμερα, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά τη βάρβαρη δολοφονία του Καντάφι, παρακολουθούν εκ του μακρόθεν την τραγωδία της Λιβύης, μιας πλούσιας σε πόρους χώρας έξι εκατομμυρίων, που έχει μετατραπεί σε μωσαϊκό από αντιμαχόμενες πολιτοφυλακές.
Η υποκρισία ξεχειλίζει. Οπως και στη Συρία, το μόνο που ένοιαζε όπως φαίνεται τους ανεπτυγμένους… νομπελίστες μας ήταν η ανατροπή του προηγούμενου καθεστώτος, σε πρώτη φάση, και η ανάσχεση του (νομοτελειακού) προσφυγικού κύματος: για τα υπόλοιπα, για την «ειρήνη» και τη «δημοκρατία» και τα «ανθρώπινα δικαιώματα» των λαών που σφάζονται, σφυρίζουν αδιάφορα. Και γαία πυρί μιχθήτω!
Να τα χαίρονται τα Νόμπελ τους, όλοι αυτοί οι εκπρόσωποι της αληθινής Μπαρμπαριάς, που δεν βρίσκεται στη νότια μεριά της Μεσογείου, αλλά στον βορρά της…
Βέβαια, για τους λάτρεις της Ιστορίας, τίποτε από όλα αυτά δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη: τα εν λόγω βραβεία θεσμοθετήθηκαν από τον Αλφρεντ Νόμπελ, τον Σουηδό χημικό που έβγαλε ένα βουνό λεφτά από τις πατέντες των εκρηκτικών ενώσεων που δημιούργησε, πιστεύοντας –τι αστείο!– ότι η καταστροφική δύναμή τους θα ήταν αρκετή για να τερματίσει όλους τους πολέμους, ενώ στην πραγματικότητα απλά κατάφερε να πολλαπλασιάσει γεωμετρικά τα θύματά τους.
Ο Νόμπελ, για όσους δεν το ξέρουν, πέθανε μόνος και σε βαθιά μελαγχολία, ιδίως μετά τον χαρακτηρισμό του ως «Εμπόρου του Θανάτου» από μια εφημερίδα των Παρισίων: και τα ομώνυμα βραβεία φτιάχτηκαν ακριβώς για να ξεπλύνουν την ντροπή του. Αν όχι, τελικά, και τη δική μας.
