Ενα από τα βασικά επιχειρήματα του πρωθυπουργού για να αιτιολογήσει την αποδοχή του νέου Μνημονίου είναι ότι θέλησε να αποτρέψει έτσι τα (όντως υπαρκτά) σενάρια της λεγόμενης «αριστερής παρένθεσης».
Μιλώντας στην ΕΡΤ στις 14 Ιουλίου είπε ότι αρνήθηκε να παραιτηθεί μπροστά στις απειλές των δανειστών, διότι δεν μπορούσε να πει στον λαό «ξέρεις, αυτό το σχέδιο που κάποιοι απεργάζονται, της παρένθεσης, για να ξαναέρθουν οι προηγούμενοι, εγώ πρώτος θα το βοηθήσω».
Ωστόσο, η κατανοητή αυτή αντίδραση αποσιωπά το γεγονός ότι το σχέδιο «αριστερής παρένθεσης», εκτός από την άμεση ανατροπή της κυβέρνησης, έχει μια δεύτερη, πιο μακιαβελική εκδοχή: τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ και την αντικατάσταση της σημερινής κυβέρνησης από έναν νέο συνασπισμό που να περιλαμβάνει κάποια ή όλα τα μνημονιακά κόμματα.
Η πατρότητα αυτού του αποικιακής κοπής σχεδίου ανήκει στην τρόικα, που το προωθεί από τον Απρίλιο μαζί με κύκλους του διεθνούς Τύπου και τους Ελληνες υποστηρικτές της.
Στις 2 Απριλίου, ο κ. Σαμαράς δήλωσε στο Bloomberg πρόθυμος «να συμμετάσχει σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας αν ο απαιτούμενος συμβιβασμός […] διχάσει σαν σφήνα τον αντιμνημονιακό κυβερνητικό συνασπισμό».
Στις 5 Απριλίου, οι «Financial Times» ανέφεραν πως υπάλληλοι της τρόικας κρίνουν ότι «η κυβέρνηση αυτή δεν μπορεί να επιβιώσει» και «θέλουν τον Ελληνα πρωθυπουργό να πετάξει την άκρα Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ» με στόχο να κερδίσει «τη στήριξη του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού».
Παρομοίως, στις 7 Απριλίου, ο «Guardian» έγραφε ότι «αξιωματούχοι της ευρωζώνης» θεωρούν ότι μια συμφωνία «μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν ο Τσίπρας δεχτεί να διαμελίσει το κόμμα του και συνασπιστεί με κεντρώες δυνάμεις».
Απέναντι σ’ αυτά τα αποσταθεροποιητικά σχέδια, που θυμίζουν την κακόφημη αποστασία του 1965, γιατί ο πρωθυπουργός έπαψε πλέον να αντιδρά;
Στις 7 Απριλίου τα κατήγγειλε ευθαρσώς στη Βουλή: «Σας ζήτησε κανείς να μπείτε σε οικουμενική κυβέρνηση, κύριε Σαμαρά; […] Στην Ελλάδα τα πραξικοπήματα τελείωσαν μαζί με το Παλάτι», είχε πει.
Σήμερα όμως ο κ. Τσίπρας ειρωνεύεται τους διαφωνούντες στον ΣΥΡΙΖΑ με την αντικαλλιτεχνική φράση «παραείναι σουρεαλιστικό να λες ότι συμφωνείς με την κυβέρνηση και να μη στηρίζεις τις αποφάσεις της».
Ωστόσο, η άποψη αυτή αποσιωπά το γεγονός ότι η στάση των διαφωνούντων δεν είναι παρά συνάρτηση του δικού του «υπερσουρεαλιστικού» ελιγμού, που σε επτά μέρες δημιούργησε μία μνημονιακή κυβέρνηση από δύο αντιμνημονιακά κόμματα!
Αλλά και ο κ. Δραγασάκης στις 12 Αυγούστου παραδέχτηκε ότι «ασφαλώς υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και στα όσα υπογράφει σήμερα [η κυβέρνηση]».
Επομένως, γιατί η ασυνέπεια του πρωθυπουργού, που προκάλεσε εξαρχής το πρόβλημα, θα πρέπει να θεωρείται λογική, ενώ η επακολουθήσασα ασυνέπεια των διαφωνούντων, που προσπαθεί να τη μετριάσει, θα πρέπει να θεωρηθεί παράλογη;
Σωστά ο πρωθυπουργός υπενθύμισε μιλώντας «Στο Κόκκινο» ότι είναι «εγγυητής της ενότητας του ΣΥΡΙΖΑ εκ του καταστατικού».
Ωστόσο, μετά τις 13 Ιουλίου, ποιες ενωτικές πρωτοβουλίες ανέλαβε στο κόμμα;
Και γιατί, αν πράγματι οι διαφωνούντες προκαλούν, ο ίδιος δεν τους ζητά να αποφύγουν τη ρήξη, αλλά αντιθέτως δηλώνει σαν άβουλος Πιλάτος ότι «εκβιασμένη ενότητα δεν υπάρχει» και εκδίδει ανακοινώσεις που διαδίδουν ότι «ο Λαφαζάνης διάλεξε ξεχωριστό δρόμο από τον ΣΥΡΙΖΑ»;
Η θλιβερή αλήθεια είναι ότι ο κ. Τσίπρας και οι επιτελείς του, ιδίως ο κ. Παππάς, όχι μόνο δεν θέλουν να αποφύγουν τη διάσπαση, αλλά κατά βάθος την επιθυμούν, επιδιώκοντας ταυτόχρονα να φορτώσουν την ευθύνη στους διαφωνούντες.
Σε αντίθεση με τις επιφανειακές αναλύσεις που ο ίδιος υιοθετεί, το δίλημμα του πρωθυπουργού δεν βρίσκεται ανάμεσα στον «ρεαλισμό» και την «ιδεολογία».
Η εμπειρία διδάσκει ότι όσα κόμματα εγκατέλειψαν τις αρχές τους υπέρ του δήθεν «ρεαλισμού» των Μνημονίων, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ, το ΛΑΟΣ και η ΔΗΜΑΡ, σύντομα ρευστοποιήθηκαν.
Η εξαίρεση της Ν.Δ., που συρρικνώθηκε μόνο κατά το ήμισυ, οφείλεται απλούστατα στο γεγονός ότι οι αρχές της δεν αντικρούονται με τα Μνημόνια.
Γι’ αυτό η υψηλή δημοτικότητα του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα δεν πρέπει να εξαπατά τον πρωθυπουργό.
Εξι μήνες μετά το πρώτο Μνημόνιο, το ΠΑΣΟΚ συνέχισε να συγκεντρώνει το 43% στις δημοσκοπήσεις, όμως δώδεκα μήνες μετά καταβαραθρώθηκε στο 16%.
Συνεπώς, για να μην περάσει στην Ιστορία ως ο μοιραίος πρωθυπουργός της «αριστερής μεσοβασιλείας», η μόνη ελπίδα του κ. Τσίπρα είναι να πάψει να υπνοβατεί υπηρετώντας τα διχαστικά σενάρια της τρόικας και να επιδιώξει αμέσως έναν ειλικρινή συμβιβασμό με τους συντρόφους του στον ΣΥΡΙΖΑ.
* διευθυντής Πολιτικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο του Κόβεντρι, Βρετανία
