Νιάνιαρα ήρθαν τα πουλάκια μου στην αυλή. Στις μεγάλες τάξεις του Δημοτικού η Εφη, στις μικρές ο Θαλής. Πάνω κάτω τα σπίτια, στην ποδιά μου μεγάλωσαν. Εξαιρετικά πλάσματα. Οικογένεια πρώτης τάξεως. Μηχανολόγος έμπειρος ο Γιάννης. «Δεν θα μείνω άνεργος ποτέ» καλαμπούριζε. «Οι μηχανές του εργοστασίου φτιάχτηκαν επί Γαλλικής Επαναστάσεως. Μπαμπόγριες. Μόνο εγώ ξέρω τα χούγια τους και μπορώ να τις κάνω ζάφτι». Στο λογιστήριο της ίδιας φίρμας κι η Κλειώ. Δεν ήταν πλούσιοι αλλά τα ‘φερναν άνετα βόλτα. Κάθε πρώτη του μηνός μου χτυπούσαν να πληρώσουν το νοίκι. Είχα ήδη έτοιμη την απόδειξη.
Οι τύποι κρύβουν ουσία. Εμενε κι η κυρά Ευθύμω μαζί τους στην αρχή, η γιαγιά. Χαρούμενη γυναίκα, έξω καρδιά· όνομα και πράμα. Μαράζωνε όμως στην πόλη, ώσπου εγκαταστάθηκε στα αγαπημένα της Τζουμέρκα. Τη βλέπαμε πια ένα μικρό διάστημα κάθε χειμώνα. Επαιρνα τη σύνταξη του άντρα μου και μερικά ψίχουλα, τη δικιά μου. Δούλεψα λίγο καιρό αφότου μας άφησε χρόνους ο μακαρίτης. Τα τετρακόσια πενήντα ευρώ του ενοικίου τα ξόδευα σε δώρα στις εγγόνες μου στη Μυτιλήνη.
Ιστορικός και φιλόλογος ο κανακάρης μου πήγε αναπληρωτής στο νησί, γνώρισε τη συμβία του κι έγιναν μόνιμοι κάτοικοι. Καλύτερα πάντως εκεί απ’ ό,τι εδώ, ιδίως για τα κορίτσια, αλλά τι να το κάνεις που τους στερούμαι. Μου λείπουν. Με τους νοικάρηδες δεν έχουμε πει ποτέ έναν κακό λόγο. Οσο γερνώ με προσέχουν και με φροντίζουν· τους νιώθω δικούς μου.
Κεραυνός εν αιθρία έπεσε το κλείσιμο της εταιρείας. Μπήκε το λουκέτο προτού το καλοκαταλάβουμε. Μείναμε στον άσο με την Κλειώ. Αμφότεροι. Χωρίς αποζημίωση και με χρωστούμενα κάμποσα δεδουλευμένα. Περάσαμε τους πρώτους μήνες με κάτι λεφτουδάκια που υπήρχαν στην άκρη. Τα δανεικά κι αγύριστα από συγγενείς και φίλους έχουν ημερομηνία λήξης, όπως και το ταμείο ανεργίας. Η κόρη μας ήταν τριτοετής κι ο γιος μας έδινε Πανελλήνιες. Δουλειά δεν βρισκόταν ούτε του ποδαριού. Οι σταθερές της ζωής μας ανατράπηκαν βίαια. Μετράς τότε την υποστήριξη και την αλληλεγγύη του διπλανού. Η σπιτονοικοκυρά μας φέρθηκε σπαθί. Σταμάτησα να καταβάλλω το μηνιάτικο και με παρηγορούσε αντί να διαμαρτυρηθεί.
Ιδιαιτέρως άφθονα καλούδια δεχόταν ξαφνικά απ’ τη Λέσβο. Και να οι πίτες, να τα κοκόρια και οι σαρδέλες Καλλονής. Σχεδόν μας τάιζε. Οταν πουλήθηκε ο εξοπλισμός της επιχείρησης, πήραμε κάποια χρήματα εν είδει αντεγγύησης. Της πρόσφερα ένα ποσόν. «Να πληρώσεις τουλάχιστον τον ΕΝΦΙΑ» είπα. Αρνήθηκε διακριτικά. «Σπουδάζεις παιδιά» αποκρίθηκε. «Θα ‘ρθουν καλύτερες μέρες». Εναπόθετε τις ελπίδες της στον ΣΥΡΙΖΑ, όπως όλοι. Ομως οι μεγάλες προσδοκίες δημιουργούν τεράστιες απογοητεύσεις. Η κυβερνώσα Αριστερά τιμωρεί τώρα την ανθρωπιά της, καταλογίζοντάς της δυσβάσταχτους φόρους για ανείσπρακτο εισόδημα. Θα φύγουμε μόνοι μας για να μην τη φέρουμε στη δύσκολη θέση να μας κάνει έξωση. – Ανακουφίστηκα που διάλεξαν την Εφη για το δικτατορικό στη Σουηδία, αν και δεν σκαμπάζω τι δουλειά έχει η επιστήμη με τις χούντες. Θα παίρνει δυο χιλιάδες ευρώ και θα στέλνει τα μισά στους γονείς της.
