«Φοβόμουν ότι θα με πήγαιναν σε άλλο στρατόπεδο, και πάλι στα βουνά. Εκεί δεν υπάρχει τίποτα να φας. Πεινούσαμε. Σηκωνόμουν στις τέσσερις το πρωί, μαγείρευα ό,τι καλλιεργούσαμε: ρύζι, φασόλια, καλαμπόκι. Μετά μας πήγαιναν για δουλειά στα χωράφια υπό την επίβλεψη ενόπλων. Πριν, με τα “αφεντικά” δουλεύαμε όλη μέρα. Αλλά όταν έφυγαν, άφησαν πίσω τους τον Ρομπέρτο, που μας επέτρεπε να κάνουμε διαλείμματα».
Λίγες μέρες μετά την απελευθέρωσή της, έπειτα από 20 χρόνια ομηρίας από τους αντάρτες του Sendero Luminoso (Φωτεινό Μονοπάτι) στο Περού, η 55χρονη Αννα μίλησε στο BBC διστακτικά, σαν να μην ξέρει τι πρέπει να πει και τι να αποσιωπήσει.
Λέει για τον φόβο πως αν τους συνελάμβανε ο στρατός θα τους βασάνιζε, θα τους φυλάκιζε, θα τους σκότωνε.
Για το πώς κρύβονταν όταν άκουγαν ελικόπτερα. Για την πείνα που θεωρούσαν φυσική. Για τα υποχρεωτικά «μαθήματα διαφώτισης».
Για τα παιδιά που γεννιούνταν μαζικά στο στρατόπεδο. Και για μνήμες θολές μιας κοινότητας και μιας άλλης ζωής που δεν ήξερε αν υπήρξε ή την ονειρεύτηκε.
Η Αννα είναι μία από τους 54 ιθαγενείς Ασανίνκα, ανάμεσά τους 34 παιδιά, που μέσα σε μια εβδομάδα διασώθηκαν από «κέντρο παραγωγής» αυτής της οργάνωσης, που αποτελεί εκφυλισμένη υπόμνηση των ένοπλων κινημάτων της δεκαετίας του ‘70-’80 κατά των δικτατοριών της Λατινικής Αμερικής.
Συνολικά από το 2012 οι αρχές έχουν απελευθερώσει 80 ιθαγενείς Ασανίνκα, ανάμεσά τους 54 παιδιά, από στρατόπεδα των ανταρτών.
Σε μια εξαιρετικά δυσπρόσιτη περιοχή της κεντρικής ζούγκλας του Περού, το 5ο Τμήμα της επαρχίας VRAEM, δούλευαν σαν σκλάβοι παράγοντας τρόφιμα και οι γυναίκες γεννώντας τους μελλοντικούς αντάρτες, αν και πολλοί δεν ταύτιζαν πια τη λέξη δουλεία με την κατάστασή τους, πεισμένοι από το «κόμμα» πως αυτός είναι τόπος ισότητας.
Ετσι όπως τον οραματίστηκε ο ηγέτης τους, ο Αμπιμαέλ Γκουσμάν, ένας διανοούμενος που, χωρίς να εγκαταλείψει το αστικό γραφείο του, εξαπέλυσε το 1980 ένοπλο αγώνα, βέβαιος μέσα στον μεγαλοϊδεατισμό του πως μετά τον Μαρξ, τον Λένιν και τον Μάο εκείνος, ο «πρόεδρος Γκονσάλο» -μιας Λαϊκής Δημοκρατίας που υπήρχε μόνο στο μυαλό του- και η δική του σκέψη, ήταν η Τέταρτη Ρομφαία (γράφει το ομώνυμο βιβλίο του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο) της Επανάστασης.
Ο Γκουσμάν συνελήφθη το 1992, ο πόλεμος τέλειωσε το 2000, αλλά μια χούφτα εκατό ανταρτών του, τα περισσότερα παιδιά που γεννήθηκαν, εκπαιδεύτηκαν και κατηχήθηκαν ιδεολογικά σε αυτά τα στρατόπεδα, συνεχίζουν να νομίζουν ότι παίρνοντας λεφτά από τους ναρκεμπόρους, συντηρώντας τα στρατόπεδα των σκλάβων (που ονομάζουν «μάζες υποστήριξης») και κάνοντας σποραδικές επιθέσεις σε στρατιωτικούς και πολιτικούς, βαδίζουν στο «φωτεινό μονοπάτι της επανάστασης».
Ο στρατός επέδειξε τους διασωθέντες σαν λάφυρα της νίκης του. Κάλεσε τα ΜΜΕ να τους φωτογραφίσουν.
«Το Φωτεινό Μονοπάτι έχασε τους σκλάβους που είχε υποτάξει. Τώρα ο 5ος Τομέας είναι καθαρός», δήλωσε ο επικεφαλής των ειδικών δυνάμεων, παρότι οι διασωθέντες ενημέρωσαν πως «πάνω υπάρχουν άλλοι 50».
Και απαρίθμησε τα δεινά τους: «Κοιμόντουσαν σε κορμούς σκεπασμένους με φύλλα, μαγείρευαν με καυσόξυλα, δεν είχαν πόρτες…».
Και σε αυτά τα απλά πράγματα συμπυκνώνεται η αντίφαση αυτού του πολέμου, που στοίχισε τη ζωή 70.000 ανθρώπων, εκ των οποίων οι 31.000 φέρονται ως θύματα του Φωτεινού Μονοπατιού.
Ετσι ζούσαν πάντα (και συνεχίζουν να ζουν) ιθαγενείς και φτωχοί αγρότες στη ζούγκλα και, ακριβώς επειδή τα διεφθαρμένα καθεστώτα τούς καταδίκαζαν σε άθλιες συνθήκες, ξεκίνησε και ρίζωσε το Φωτεινό Μονοπάτι σε αυτές τις περιοχές -στην αρχή, πριν από τις ακρότητες που έπειτα το χαρακτήρισαν.
Στην ατυχή προπαγάνδα της κυβέρνησης προστίθεται και η πικρή διάψευση των «επαναστατών» που υποσχέθηκαν να δώσουν τέλος σε αυτές τις μεσαιωνικές συνθήκες, αλλά τις αναπαρήγαγαν σε στρατόπεδα που για εκείνους δεν έχουν καμιά σχέση με καταναγκαστική εργασία, αλλά συνιστούν απτό δείγμα της «κομμουνιστικής αγροτικής επανάστασης» που οραματίζονται.
Οσο ο πρόεδρος Ουμάλα ανακοινώνει κι άλλες στρατιωτικές επιχειρήσεις, ένας δικαστής έχει αναλάβει να στείλει τους διασωθέντες σε κάποιο ίδρυμα. Από μια υπαίθρια αιχμαλωσία σε μια έγκλειστη σωτηρία, είναι η πρώτη σκέψη της Ρουθ Μπουεντία, ηγέτιδας της οργάνωσης ιθαγενών Κέντρο Ασανίνκα του Ποταμού Ενε: «Αναζητούμε ένα καταφύγιο για τις γυναίκες και τα παιδιά στις κοινότητες των Ασανίνκα, στον τόπο τους, για να αποτρέψουμε το ξερίζωμα και την αίσθηση αποξένωσης, όσο να βρεθούν οι συγγενείς τους».
Για να μην καταλήξουν σαν τις διασωθείσες του 2014, που συνάντησε δημοσιογράφος της El Mundo σε καταφύγιο, σε ετοιμόρροπο κτίριο στο κέντρο της Λίμα, όπου τις οδήγησαν.
Μετά από 30 χρόνια αιχμαλωσίας από το Φωτεινό Μονοπάτι, είναι «ελεύθερες», αλλά δεν μπορούν να εγκαταλείψουν το κτίριο ούτε να δεχτούν επισκέψεις χωρίς ειδική άδεια.
Η 54χρονη Μαρία ούτε που θυμάται πώς κατέληξε μαζί με τη θεία της στο στρατόπεδο των ανταρτών πριν από 30 χρόνια.
Θέλει μόνο να γυρίσει στη ζούγκλα, να συνεχίσει να καλλιεργεί τη γη και να ζει στο ύπαιθρο, λέει στον δημοσιογράφο πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα, πριν την κλείσει απότομα ο φύλακας. Και βυθίζεται πάλι στη σιωπή.
