Κοσμοπολίτης, σοφός, πολύγλωσσος, προσιτός, κλασικός Αλεξανδρινός. Ετσι χαρακτήριζαν τον Μοχάμεντ Αουαντ Αιγυπτιώτες και Αιγύπτιοι, όταν βρεθήκαμε πριν από έναν μήνα στα θυρανοίξια του ναού του Αγίου Γεωργίου στο Κάιρο. Είχε ο ίδιος επιβλέψει τις εργασίες συντήρησής του.
Η ανάδειξη της ιστορικής και αρχιτεκτονικής παρακαταθήκης του ελληνισμού και της ορθοδοξίας στην Αίγυπτο είναι μόνο ένα από τα επιτεύγματα του Αλεξανδρινού αρχιτέκτονα Μοχάμεντ Φουάντ Αουαντ. Μιλήσαμε μαζί του πριν από λίγες ημέρες στην Αθήνα, που επισκέπτεται συχνά… Αν και δηλώνει πως «όπου και να πάω, θέλω να μείνω λίγο και να ξαναγυρίσω στην Αλεξάνδρεια».
Είναι πανεπιστημιακός, έχει τιμηθεί από την Ακαδημία Αθηνών και πριν από λίγους μήνες τού απονεμήθηκε ο Χρυσός Σταυρός του Τάγματος της Τιμής από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια. Ωστόσο, πάνω και πέρα απ’ όλα, ο Μοχάμεντ Αουαντ δηλώνει απλά Αλεξανδρινός. «Η Αλεξάνδρεια είναι πολύτιμη. Μπορεί να έφυγαν οι περισσότεροι Ελληνες -αν έμεναν, σήμερα θα ήταν μια άλλη πόλη-, αλλά η Αλεξάνδρεια είναι πάντα εκεί. Δεν είναι χαμένη πατρίδα, όπως η Σμύρνη», λέει.
Ως ιστορικός της αρχιτεκτονικής έχει μελετήσει συστηματικά τον αντίκτυπο των οικονομικών αλλαγών στον τομέα των οικοδομών κατά τον 20ό αι. στην πόλη: «Η ιδιαιτερότητα της Αλεξάνδρειας είναι πως εμπεριέχει κτίρια ναζιστικής αρχιτεκτονικής, ιταλικής νοοτροπίας (σχολεία που έχτισε ο Μουσολίνι κατά τα πρότυπα του καθεστώτος του).
Το διδακτορικό μου ήταν πάνω στο πόσο πολύ επηρεάζει η οικονομική πολιτική την αρχιτεκτονική, άρα και την ίδια την κοινωνική ζωή. Τα κτίρια δεν ξεπροβάλλουν ξαφνικά σε μια πόλη.
Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών, οικονομικών αποφάσεων, περιβαλλοντικών επιταγών κ.λπ. Με άλλα λόγια, το πώς θα χτιστεί ένα κτίριο δεν είναι μόνο θέμα τεχνικό ή φαντασίας του αρχιτέκτονα. Είναι περισσότερο δημιούργημα της ίδιας της κοινωνίας, παρά του αρχιτέκτονα.
Για παράδειγμα, για αιώνες οι παραθαλάσσιες πόλεις συνήθως «είχαν την πλάτη τους» στη θάλασσα. Μόλις τον 19ο αι. ανοίχτηκαν προς αυτήν, υπό την επίδραση των Ευρωπαίων», εξηγεί ο Αουαντ.
«Οταν κοιτάς τα κτίρια της Αλεξάνδρειας, ξεπροβάλλει μπροστά σου όλη η κοινωνικοπολιτική και οικονομική κατάσταση της εποχής που χτίστηκαν. Αυτό είναι σημαντικό και από ιστορική άποψη. Γι’ αυτό είμαι υπέρμαχος της διάσωσης τέτοιων κτισμάτων», λέει. Εχει ιδρύσει Μη Κυβερνητική Οργάνωση που αποσκοπεί στην καταγραφή και προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Αλεξάνδρειας.
Εδωσε αγώνα για να μην κατεδαφιστεί η βίλα Ambron, το σπίτι στο οποίο έμεινε το μεγαλύτερο διάστημα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ο Λόρενς Ντάρελ με την Αλεξανδρινή δεύτερη σύζυγό του, Ιβ Κοέν, εμπνεύστηκε το «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» και έγραψε τη «Σπηλιά του Πρόσπερου». Βρήκε πού έμενε ο Παρθένης (τώρα είναι πολυκατοικία) και συντηρεί τη βίλα Αντωνιάδη, ένα υπέροχο κτίριο με τεράστιους κήπους.
Δεινός συλλέκτης, διαθέτει μια τεράστια συλλογή από χάρτες, φωτογραφίες, γκραβούρες, ακόμη και κόμικς που συνδέονται με την Αλεξάνδρεια. «Ξεκίνησα να συλλέγω αρχές του ‘80, ενώ έκανα το διδακτορικό μου.
Τότε ανακάλυψα πόσες λίγες πληροφορίες υπήρχαν για την Αλεξάνδρεια. Δεν είναι τυχαίο πως τα περισσότερα κομμάτια της συλλογής προήλθαν από πηγές εκτός Αιγύπτου. Ελάχιστα υπάρχουν στη χώρα. Τώρα έχει γίνει εμμονή. Υπάρχει ένα μουσείο στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας με το όνομά μου, με όλα αυτά τα αρχεία».
Για τη σύγχρονη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας εκφράζει τις επιφυλάξεις του: «Είναι ένα ελιτίστικο ινστιτούτο, που πρέπει να κάνει άνοιγμα στην κοινωνία. Η παλαιά Βιβλιοθήκη ήταν το πρώτο διεπιστημονικό και ερευνητικό κέντρο, επιχορηγούμενο από το κράτος.
Οι σπουδαιότεροι διανοητές έφταναν εκεί για να ανταλλάξουν απόψεις. Αυτό πρέπει να γίνει και σήμερα: ένα παγκόσμιο ινστιτούτο που να ηγείται συγκεκριμένης θεματολογίας, όπως η παγκόσμια ειρήνη ή η κλιματική αλλαγή. Να ανοιχτεί σε σπουδαίους επιστήμονες και να ασχοληθεί με παγκόσμια προβλήματα. Δυστυχώς, δεν έχουμε βρει τη σειρά μας ακόμη. Είναι βέβαια και πολιτικό το θέμα. Πάντα είναι», διευκρινίζει ο Αουαντ.
Εχει μια ιστορία να διηγηθεί για κάθε κτίριο της Αλεξάνδρειας. Του θυμίσαμε τα λόγια του πρωταγωνιστή στο εξαιρετικό βιβλίο «Το Μέγαρο Γιακουμπιάν» του Αλάα Αλ Ασουάνι, πως τα σπίτια της πόλης διηγούνται την ιστορία της. «Ετσι είναι. Για μας ισχύει το καβαφικό «η πόλις θα σε ακολουθεί». Αλλά υπάρχει και το «περιμένουμε τους βαρβάρους». Ο Καβάφης περίμενε τους βαρβάρους, δεν τους είχε δει. Εμείς, όμως, τους ζούμε καθημερινά. Οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι είναι οι βάρβαροι. Δεν ξέρουν την πόλη τους. Την καταστρέφουν. Δεν την εκτιμούν. Ο πόθος για εύκολο πλουτισμό και γρήγορους παράδες, το δημογραφικό πρόβλημα, τα διεφθαρμένα συμφέροντα, η έλλειψη παιδείας, όλα οδηγούν στον εκβαρβαρισμό. Θέλουν να ρίξουν όλα τα μικρά σπίτια για να κάνουν πολυκατοικίες με 20 πατώματα. Οι πολεοδομικοί κανόνες δεν τηρούνται», δηλώνει με λύπη.
«Το πρόβλημα των κτιρίων δεν μπορεί να λυθεί από πρωτοβουλίες της UNESCO ή παρόμοιων οργανισμών. Μπορεί η κληρονομιά να είναι παγκόσμια, αλλά το πρόβλημα είναι τοπικό και μόνο από την τοπική κοινότητα μπορεί να επιλυθεί. Πρέπει οι κάτοικοι να καταλάβουν πόσο σημαντικό είναι να προστατεύσουν την κληρονομιά τους, που δεν είναι μόνο οι Πυραμίδες. Η Αλεξάνδρεια είναι μοναδικό φαινόμενο κοσμοπολίτικης πόλης. Μοναδικό και παγκόσμιο».
Παρ’ όλα αυτά, αναγνωρίζει στους Αιγύπτιους καλοσύνη, γενναιοδωρία, ένα αίσθημα φιλίας μοναδικό: «Η Αίγυπτος δεν είναι μόνο το σπουδαίο της παρελθόν. Είναι οι άνθρωποί της. Οι Αιγύπτιοι, παρόλο που πέρασαν από την αποικιοκρατία, δεν έχουν ξενοφοβία.
Ναι, αυτό που αγαπώ περισσότερο στη χώρα είναι οι άνθρωποί της. Γαλήνιοι. Ακόμη και ο πιο φτωχός θα μοιραστεί μαζί σου το ελάχιστο που διαθέτει. Και οι Ελληνες, στη συνείδηση των Αιγυπτίων είναι περισσότερο κοντά τους από κάθε άλλον Ευρωπαίο. Ειδικά η Αλεξάνδρεια, που για χρόνια ήταν πατρίδα ουσιαστικά ελληνική».
Οσο για τη θάλασσα την Αλεξάνδρειας, αναρωτιέται αν είναι ένα τεράστιο μουσείο ή ένα σύγχρονο νεκροταφείο. «Ο ελληνικός πολιτισμός δεν μεταδόθηκε στα πέρατα της Γης από ξηράς, μα από τη θάλασσα. Η Μεσόγειος είναι η θάλασσα της ελπίδας και της γνώσης. Είναι, όμως, και ένα όριο δυστυχίας. Και ενώ ξέρω την κατάσταση, αναρωτιέμαι πόσο θάρρος ή πόση απελπισία χρειάζεται ένας πατέρας για να πάρει το μικρό του παιδί και να προσπαθήσει να τη διασχίσει. Είναι μια θάλασσα ενωτική, μα και δύσκολη. Από την άλλη, χωρίς τη θάλασσα δεν θα υπήρχε Αλεξάνδρεια. Ο Αλέξανδρος δεν ήθελε να χτίσει απλά μια πρωτεύουσα, ήθελε μια πόλη που θα επικοινωνεί με την αυτοκρατορία του».
Τελικά, τι είναι αυτό που ξεχωρίζει έναν Αλεξανδρινό; «Ο Αλεξανδρινός είναι ο πολίτης του κόσμου. Είναι η επιτομή του κοσμοπολίτη. Κι εγώ ως τέτοιος αγαπώ όσους αγαπούν τον λαό της Αιγύπτου».
Εχω εμπιστοσύνη στον Σίσι
Στη σύγχρονη Αίγυπτο τα πράγματα έχουν αλλάξει. Εγινε η επανάσταση, γιατί έπρεπε να επέλθει η αλλαγή. Μην ξεχνάμε πως πάνω από το 60% των Αιγυπτίων σχοινοβατούν στα όρια της φτώχειας.
Το 45% δεν ξέρει γραφή και ανάγνωση. Το 15% έχει ηπατίτιδα. Το νερό είναι μολυσμένο. Ζουν σε φτωχές συνοικίες, σε μισοτελειωμένα σπίτια. Ολα χειροτέρεψαν εξαιτίας της δικτατορίας, της έλλειψης δημοκρατίας, της ανελευθερίας του λόγου, της διαφθοράς.
Εχουμε εξωτερικούς εχθρούς που μας απειλούν, όπως και εσωτερικούς. Προσωπικά, χαίρομαι για την αλλαγή που επήλθε. Εχω πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη στον πρόεδρο Σίσι. Τώρα, αν θα μπορέσει ή αν θα τον αφήσουν να αλλάξει τα πράγματα, δεν ξέρω. Είναι δύσκολη η κατάσταση.
Οι γιαγιάδες μου οι Ελληνίδες
Είμαι 50% Ελληνας. Και οι δυο γιαγιάδες μου ήταν Ελληνίδες. Στο σπίτι μιλούσαν μόνο ελληνικά. Η μία ήταν χριστιανή από τη Λήμνο, η Ολυμπία. Η άλλη, η Αμίνα, μουσουλμάνα από την Κρήτη. Οι άντρες τους ήταν Αιγύπτιοι.
Ηταν πρωτάκουστο όταν η Ολυμπία παντρεύτηκε έναν μουσουλμάνο, αρχές του 20ού αιώνα. Κι όμως, όταν πήγαν στην Αλεξάνδρεια, η γιαγιά μου ένιωσε σαν στο σπίτι της. Εξαιτίας του κοσμοπολίτικου περιβάλλοντος.
Σε αυτό μεγάλωσα κι εγώ και με καθόρισε. Γι’ αυτό και όσοι κατάγονται από εκεί ονομάζουν εαυτούς «Αλεξανδρινούς» και όχι «Αιγυπτίους». Ακόμη και οι Ρωμαίοι έλεγαν «έφτασα στην Αλεξάνδρεια και τώρα θα πάω στην Αίγυπτο». Την ξεχώριζαν από την υπόλοιπη χώρα.
