Ολα κι όλα. Το σωστό να λέγεται. Εσφαλα χθες χαρακτηρίζοντας «άχρωμους κλόουν» τους αστέρες της τιβί. Διότι είναι εντονότατα βαμμένοι· κίτρινοι, κατακίτρινοι, φαιοκίτρινοι. Οι Πόντιοι, κατά το ευφυές ανέκδοτο, σκεπάζονταν την ώρα της συνουσίας με σελίδες της παλιάς, οκτάστηλης «Απογευματινής», επειδή μεγέθυνε επί δέκα το κάθε τι. Οι φωστήρες των καναλιών δεν πολυσκοτίζονται για παρόμοιες αγκυλώσεις. Παρουσιάζουν ό,τι θέλουν, όπως τους βολεύει, σε όποια δόση γουστάρουν και όποτε αγαπούν, αδιαφορώντας για το εάν περιέχει ψήγματα έστω αλήθειας. Αρκεί να τρελαίνει τα μηχανάκια, να φέρνει νούμερα πά’ να πει, και να συνάδει με τα συμφέροντα του αφεντικού. Η μυστηριακή σαγήνη της οθόνης, σαν κολυμβήθρα του Σιλωάμ, θεραπεύει πάσαν μαλακία.
Θυμάμαι μικρός τους ρεπόρτερ να δέχονται γενναιόδωρες περιποιήσεις από τα ΜΑΤ στις συγκεντρώσεις, καθώς αποκάλυπταν με τη γραφίδα και τον φακό την αστυνομική βία. Επειτα από κάθε άγρια πορεία αρκετοί απ’ αυτούς, αντί για τα γραφεία της εφημερίδας, όπου θα έγραφαν το κομμάτι τους, κατέληγαν στο νοσοκομείο. Οι διαδηλωτές τούς προστάτευαν. Είχαν να κάνουν με καρατσεκαρισμένους συμμάχους. Η εικόνα αλλάζει άρδην με την επικράτηση της ιδιωτικής τηλεόρασης, που διψά για επεισόδια, φωτιές, αίμα.
Ορρωδεί μπρος της κι ο πιο διεστραμμένος ταραχοποιός. Η έκρηξη μιας έστω μολότοφ στο μαζικότερο και ειρηνικότερο συλλαλητήριο, μετατρέπεται ως διά μαγείας σε πρώτη και μόνη είδηση. Σαστίζουν ακόμα κι οι μπαχαλάκηδες απ’ την απρόσμενη δημοσιότητα κι αρπάζουν τις επόμενες ευκαιρίες απ’ τα μαλλιά. Ηδη απ’ τα μέσα της δεκαετίας του ’90 πλάνα των δελτίων, κατά παράβαση κάθε κανόνα και αρχής, χρησιμοποιούνται προκειμένου να αποδοθούν βαρύτατες κατηγορίες σε τάχα μου υπόπτους. Τα λαγωνικά της τηλοψίας οχυρώνονται πια πίσω απ’ τις ορδές των ΜΑΤ, σαν κοινοί καταδότες. Το σύνθημα «Αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι», που λανσάρουν οι αναρχικοί, σοκάρει τον κλάδο και την κοινή γνώμη. Σήμερα το φωνάζουν μέχρι και τα μικρά παιδιά, μιας κι οι πρωταγωνιστές του γυαλιού τοποθετούνται κορυβαντιώντας εναντίον της κοινωνίας.
Ντόρο προκάλεσε η παραπομπή στο Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ εννέα λαοπρόβλητων παρουσιαστών για τις πομπές τους τις ημέρες πριν από το δημοψήφισμα. Το σωματείο των δημοσιογράφων έχει εκπονήσει από το 1998 έναν κώδικα δεοντολογίας στον οποίο συνωστίζονται οκτώ άρθρα σε τέσσερις μόλις σελίδες. Περιέχουν τα στοιχειώδη αυτονόητα. Τα υποψήφια μέλη, μάλιστα, προκειμένου να εγγραφούν στην Ενωση Συντακτών, εξετάζονται γραπτώς σε εδάφια τούτου του κειμένου. Στη συνέχεια το εφαρμόζουν κατά το δοκούν. Τα κανάλια, ιδίως, το μεταχειρίζονται νυχθημερόν ως κουρελόχαρτο. Ελάχιστοι ενοχλούνται.
Η εκάστοτε διοίκηση της Ενωσης νομιμοποιείται να διαγράψει διά παντός τη χορεία των πενήντα αλαζόνων, που ευθύνεται για τη συλλήβδην απαξίωση του λειτουργήματος. Το καταστατικό της ορίζει ρητά πως εντάσσονται στους κόλπους της αποκλειστικά και μόνο μισθωτοί των ΜΜΕ. Είναι πασίγνωστο πως οι εν λόγω σταρ λαμβάνουν τις παχυλές αμοιβές τους με μυστικά συμβόλαια μέσω εταιρειών, συχνά παράκτιων. Εκτός των άλλων, κλέβουν βλέπεις και την Εφορία. Οι αρμόδιοι αποδίδουν την απραξία τους στον ασύμφορο συσχετισμό. Θα μου πείτε, εδώ ο κόσμος καίγεται με τη συμφωνία. Γιατί το ‘χεις ρίξει στην ενδοστρέφεια; Μα γι’ αυτό ακριβώς.
