Σκληρά «μαρκαρίσματα», αλλά και μερικές θετικές «εκπλήξεις» έκρυβε η έκτακτη σύνοδος κορυφής των χωρών της ευρωζώνης που ολοκληρώθηκε αργά το βράδυ της Δευτέρας. Η ελληνική πλευρά είχε έτσι την ευκαιρία να καθορίσει την τακτική της, καθώς βίωσε εκ του σύνεγγυς τα διαφορετικά πολιτικά «στρατόπεδα» και τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί κάθε πλευρά.
Το «σκληρό μπλοκ»
Οι πιο ακραίες τοποθετήσεις ακούστηκαν, σύμφωνα με πληροφορίες, από τους ακραίους υπερασπιστές της σκληρής λιτότητας, που στο παρελθόν έχουν αποδείξει την προσήλωσή τους στη λογική των βίαιων περικοπών. Σε αυτούς εντάχθηκαν η Λαϊμντότα Στραουγιούμα, πρωθυπουργός της Λετονίας, και η πρόεδρος της Λιθουανίας, Ντάλια Γκριμπαουσκάιτε. Οι τοποθετήσεις των δυο ηγετών ήταν σχεδόν πανομοιότυπες: είπαν ότι βρισκόμαστε ακόμα πολύ μακριά από τις δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει οι προηγούμενες κυβερνήσεις και ότι τόσο η σημερινή ελληνική ηγεσία όσο και οι Ευρωπαίοι εταίροι πρέπει να επιμείνουν στην εφαρμογή των δεσμεύσεων που απορρέουν από το προηγούμενο Μνημόνιο.
Πολύ κοντά στα όσα είπαν οι δυο ηγέτιδες των Βαλτικών χωρών κινήθηκε και η τοποθέτηση του Ολλανδού πρωθυπουργού, Μαρκ Ρούτε, ο οποίος προσπάθησε να ασκήσει πιέσεις αναφορικά με την επίτευξη των παλαιότερων υψηλών δημοσιονομικών στόχων για την Ελλάδα. Αντίστοιχα, ο Φινλανδός πρωθυπουργός είπε ότι η Ελλάδα θα πάρει λεφτά μόνο, αν υπερψηφίσει τα μέτρα που θα συμφωνήσει με τους θεσμούς. Αν κάτι τέτοιο δεν συμβεί, τότε δεν πρόκειται να δεχτεί καμία παράταση προγράμματος.
Oι «θετικά διακείμενοι»
Εκείνος που κατά τα φαινόμενα κράτησε την πιο θετική στάση έναντι της Ελλάδας ήταν ο Φρανσουά Ολάντ, που επισήμανε ότι η Ελλάδα έχει κάνει πάρα πολλά βήματα προς την επίτευξη συμφωνίας, καθώς και υποχωρήσεις που υπερβαίνουν τις πολιτικές «αντοχές» της Αθήνας. Εξίσου υποστηρικτικός, ιδιαίτερα αναφορικά με τις κοινωνικές επιπτώσεις των προηγούμενων προγραμμάτων, ήταν ο Αυστριακός καγκελάριος Βέρνερ Φάιμαν, που είχε άλλωστε λάβει γνώση εκ του σύνεγγυς πολύ πρόσφατα για το τι συμβαίνει στην Αθήνα.
Υποστηρικτικός ήταν και ο Σαρλ Μισέλ, ο Βέλγος πρωθυπουργός, που επισήμανε την ανάγκη να συναφθεί συμφωνία μέχρι το τέλος της εβδομάδας, ώστε να μπει τέλος στην αβεβαιότητα. Στην Αθήνα πάντως θεωρούν ότι σημαντικό ρόλο για τη θετική εξέλιξη των πραγμάτων έχει παίξει ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, που εστίασε στην ανάγκη εκταμίευσης πόρων για αναπτυξιακές δράσεις προς την ελληνική οικονομία.
Οι «απρόσμενοι»
Μεγαλύτερο ενδιαφέρον είχε όμως η στάση των ηγετών που αντιμετωπίζουν στις χώρες τους «σενάρια ΣΥΡΙΖΑ», ραγδαίας ανόδου δηλαδή της αντινεοφιλελεύθερης Αριστεράς. Παρά το γεγονός δηλαδή ότι οι ηγέτες της Ισπανίας και της Ιρλανδίας έχουν εκφράσει στο παρελθόν ανοιχτά τη δυσφορία τους για τις ελληνικές θέσεις, αυτή τη φορά οι τοποθετήσεις τους ήταν ιδιαίτερα ήπιες.
Χαρακτηριστικά ο Ιρλανδός πρωθυπουργός Eντα Κένι, παρά το ότι μίλησε για την ανάγκη συνέχισης της σκληρής προσαρμογής, αναγνώρισε το δικαίωμα της ελληνικής κυβέρνησης να αντικαταστήσει τις παλαιότερες δεσμεύσεις των προκατόχων της με νέα δικά της μέτρα, τέτοια που να ευθυγραμμίζονται με τις προτεραιότητές της. Ο -δε- Ισπανός Μαριάνο Ραχόι δήλωσε στους εταίρους του ότι η Ελλάδα έχει διανύσει πολύ δρόμο, για να φτάσει στο σημείο να βρίσκεται τώρα κοντά σε μια συμφωνία. Ζήτησε ωστόσο να υπάρξει επιμονή στο νέο πακέτο στον τομέα της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας.
Οι «ανήσυχοι»
Παρά το μειλίχιο ύφος που τους διακρίνει, οι Ανγκελα Μέρκελ και Ματέο Ρέντσι διά των τοποθετήσεών τους φαίνεται ότι ενδιαφέρονταν, από διαφορετικές σκοπιές, για το πώς θα διαχειριστούν εσωτερικά στις χώρες τους τη διαμορφωμένη κατάσταση με την Ελλάδα. Η Γερμανίδα καγκελάριος επέμεινε στην τεχνική φύση της συμφωνίας και μιας πιθανής παράτασης. Υιοθέτησε τη θέση ότι η Ελλάδα έχει κάνει αρκετά βήματα για την επίτευξη μιας λύσης, σημειώνοντας ωστόσο ότι απαιτούνται και άλλες υποχωρήσεις.
Δεν παρέλειψε βέβαια να σημειώσει ότι πρέπει να βρεθεί η «χρυσή τομή», ώστε να συνυπογραφεί το κείμενο των τεχνικών κλιμακίων, εκφράζοντας την ανησυχία της που αυτό δεν έχει επιτευχθεί μέχρι στιγμής. Ο -δε- Ιταλός πρωθυπουργός κράτησε αμφίσημη στάση, καθώς συμφώνησε μεν με άλλους ομολόγους του ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει κινηθεί θετικά στη διαπραγμάτευση, ζήτησε ωστόσο πριν από την οποιαδήποτε εκταμίευση πόρων προς την Αθήνα, να προηγηθεί η υπερψήφιση του πακέτου από την ελληνική Βουλή.
Σφυρίζουν αδιάφορα για το χρέος…
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναφορικά με το χρέος κράτησαν διαφορετικές στάσεις, καθώς ναι μεν συμφώνησαν -με εξαίρεση τους «σκληρούς» ηγέτες- ότι πρέπει να βρεθεί ο τρόπος να διευθετηθεί το άμεσο χρηματοδοτικό πρόβλημα της Ελλάδας, το οποίο μέσα στο καλοκαίρι θα γίνει ακόμα πιο πιεστικό, ωστόσο κράτησαν είτε αρνητική στάση είτε απέφυγαν να τοποθετηθούν αναφορικά με το «μεγάλο» χρέος.
Ο Αλέξης Τσίπρας έθεσε το ζήτημα στο τραπέζι, επαναλαμβάνοντας ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας είναι επείγουσες, κυρίως όσον αφορά την αποπληρωμή των δόσεων προς το ΔΝΤ και την ΕΚΤ από τις 30 Ιουνίου μέχρι τον Αύγουστο. Σημείωσε -δε- ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο, καθώς οι παλαιότερες κινήσεις για τη διαγραφή του έπεσαν στο κενό και προσέφεραν μόνο μεγάλες απώλειες στα ασφαλιστικά ταμεία. Η ελληνική κυβέρνηση πάντως θεωρεί ότι στο ζήτημα του γενικότερου χρέους μετά τη σύνοδο κορυφής υπάρχουν οι δυνατότητες για την αναδιάρθρωσή του, καθώς δεν αποτελεί πλέον θέμα-ταμπού για την Ευρώπη.
Ο Ελληνας πρωθυπουργός επέμεινε όμως και στο ζήτημα της απάλειψης της μείωσης του ΦΠΑ στα νησιά. Σύμφωνα με πληροφορίες, αναφέρθηκε εκτενώς στη νησιωτική φύση της ελληνικής επικράτειας και στη σημασία για την ανάπτυξη της οικονομίας που έχει η μέριμνα για τις περιοχές αυτές. Εθεσε μάλιστα μετ’ επιτάσεως το αίτημα να αποφευχθεί η κατάργηση του μειωμένου ΦΠΑ στα νησιά, καθώς -αν ισχύσει- θα λειτουργήσει ανασταλτικά για την οικονομική ζωή στους καλοκαιρινούς μήνες και ιδιαίτερα στα νησιά με μικρό πληθυσμό.
