Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 17/5/2015 η Καμεράτα υπό τον Γιώργο Πέτρου έδωσε στη Στέγη του Ωνασείου μία μαραθώνιας διάρκειας συναυλία που κράτησε σχεδόν τέσσερις ώρες και περιέλαβε επτά κοντσέρτα του Μότσαρτ. Ειδικά για τη συναυλία, οι υπεύθυνοι περιέβαλαν τον χώρο της σκηνής με τις απαραίτητες ανακλαστικές επιφάνειες και έτσι το ακρόαμα δόθηκε υπό ηχητικά ιδανικές συνθήκες, ενισχύοντας στο μέγιστο μια από κάθε άποψη σπάνια απόλαυση.

Ο Πέτρου συνδύασε μια επιλογή κοντσέρτων για διαφορετικά όργανα και συνδυασμούς οργάνων, που παίχτηκαν με όργανα της κλασικής εποχής. Ομως η λογική της ιστορικής ερμηνευτικής, δεδομένη πλέον για τις συναυλίες παλιάς μουσικής της Καμεράτας, δεν εξαντλήθηκε εκεί.

Το εξαιρετικό ήταν ο στιλιστικά εύστοχος εμπλουτισμός των αναγνώσεων με εκτεταμένα, ευφάνταστα μέρη ελεύθερης δεξιοτεχνίας και διανθίσεις, καθώς επίσης η γενική διάπλασή τους με μουσική διεύθυνση που συνδύαζε κομψότητα και ακρίβεια με άγριο δυναμισμό, ανήμερη ωστική ορμή, δυναμικά αρθρωμένη φραστική, ηδονικούς εκφραστικούς γλυκασμούς και σε βάθος ανάδειξη της λεπτομέρειας.

Ολα τα παραπάνω έσμιξαν αριστουργηματικά με το «αρχαϊκό» άκουσμα των οργάνων εποχής, στα οποία έπαιξαν οι σολίστες, μεταμορφώνοντας και, κυρίως, ανανεώνοντας ριζικά την εμπειρία ακρόασης. Μια συναυλία αληθινό πανηγύρι των αισθήσεων!

Η μαγευτική αρχαιολογία του ήχου

Την βραδιά άνοιξε το υπέρκομψο «Κοντσέρτο για άρπα και φλάουτο», που έπαιξαν η Μαρία Μπιλντέα σε άρπα Erard του 1804 και ο Ζαχαρίας Ταρπάγκος σε φλάουτο τραβέρσο. Με το ξεκίνημα, ξάφνιασε ευχάριστα η έντονη διαφορά και αντιπαράθεση του ήχου των δύο οργάνων εποχής: πιο μεταλλικός, οξύς και αιθέριος της άρπας, πιο απαλός, μαλακός και γλυκός του φλάουτου. Στο παίξιμο κυριάρχησε η εναλλαγή ανάμεσα στους υπέρκομψους, λυρικούς διαλόγους των δύο οργάνων και στις αιχμηρές στιχομυθίες με την ορχήστρα.

Ακολούθησαν δύο κοντσέρτα για πνευστά παιγμένα από εκλεκτούς μουσικούς/σολίστες της ΚΟΑ: το διμερές «Κοντσέρτο για κόρνο αρ.1» και το «Κοντσέρτο για φαγκότο». Το πρώτο ερμήνευσε ο κορνίστας Κώστας Σίσκος, το δεύτερο ο φαγκοτίστας Αλέξανδρος Οικονόμου. Τόσο ο στριγκός, μεταλλικός ήχος τού δίχως βαλβίδες φυσικού κόρνου με την κυματιστή, στοματικά αρθρωμένη φραστική, όσο και ο αδρός, θαμπός, έκδηλα τριζάτος ήχος του φαγκότου έγιναν εδώ τα απροσδόκητα εργαλεία για τη φυσική υλοποίηση της κομψής, πνευματώδους, γεμάτης μελωδία και αντιθέσεις γραφής του Μότσαρτ.

Πηγή υπέρτατης μουσικής ευχαρίστησης στάθηκε η συνήχησή τους με τον αιχμηρό, δίχως βιμπράτο ήχο και τη δυναμικά αρθρωμένη φραστική της ορχήστρας!

Το πασίγνωστο, δημοφιλές «Κοντσέρτο για βιολί αρ.5, Τούρκικο» ερμήνευσε ο δεινός βιολιστής και εξάρχων της Καμεράτας Σέρτζιου Ναστάζα. Σβέλτη, σφιχτή συμπορεία σολίστα – ορχήστρας, μετέπιπτε σε δριμείς διαλόγους, διανθίσεις που έδιναν άλλο χαρακτήρα και νόημα στη φραστική, συναρπαστικές αντιθέσεις, στιβαρό στρατιωτικό σφρίγος «τούρκικο» εμβατήριο άρθρωσαν μια ριζικά ανανεωμένη -ή μήπως αποκαλυπτικά αναπαλαιωμένη;- ανάγνωση, ερέθισαν το πνεύμα και χόρτασαν τις αισθήσεις.

Το «Κοντσέρτο για κλαρινέτο» ερμήνευσε ο κλαρινετίστας-σταρ της ΚΟΑ, Σπύρος Μουρίκης. Αισθητά πιο χαμηλόφωνο, με λιγότερο φωτεινό/διαπεραστικό ήχο και με πιο μαλακιά, ατελή άρθρωση από το σύγχρονο, το κλαρινέτο εποχής απέδωσε θαυμάσια τον λυρικό, πικρά στοχαστικό χαρακτήρα του τελευταίου ορχηστρικού έργου που συνέθεσε ο αγαπημένος των θεών πριν αυτοί τον καλέσουν κοντά τους.

Δεν παρακολουθήσαμε το τρίτο μέρος της συναυλίας που περιλάμβανε τη «Συμφωνία κοντσερτάντε για βιολί και βιόλα», παιγμένη από τη βιολίστρια Οτίλια Αλιτέι και τον βιολίστα Ρόμπερτ Σμαγκούλοφ, και το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ.27, KV 595», ερμηνευμένο από τον πιανίστα Θανάση Αποστολόπουλο. Ηταν ένα θαυμαστά ριψοκίνδυνο μουσικό εγχείρημα, υλοποιημένο με γνώση, άριστο γούστο και θαυμαστή τεχνική επάρκεια. Ας μη ξαφνιαστούμε αν, μεθαύριο, αποτελέσει ξεκίνημα για μια νέα σειρά ηχογραφήσεων κοντσέρτων του Μότσαρτ στην DECCA.

Μαραθώνιος αισθήσεων με Μότσαρτ

Το «άδειασμα» της Καμεράτας από κράτος και ιδιώτες

Οσον αφορά την Camerata και τον Γιώργο Πέτρου συμβαίνει το εξής παράδοξο, τραγικά λυπηρό φαινόμενο. Παρ’ ότι μαζί συνιστούν το μοναδικό ελληνικό σύνολο που σταδιοδρομεί στο εξωτερικό, τιμώντας το όνομα της χώρας διεθνώς, σήμερα δεν στηρίζονται ούτε από το άμουσο ΥΠ.ΠΟ. ούτε από κάποιον εκ των μεγαλόσχημων ιδιωτικών μουσικών θεσμών που διαφημίζουν την προσφορά τους στον μουσικό πολιτισμό…. Κι ας τους (ανα)γνωρίζουν όλοι στην Ευρώπη ως μία από τις δυναμικότερες, ανανεωτικές -κυρίως αυτό!- παρουσίες στον χώρο μπαρόκ.

Το γεγονός αποτυπώνεται γλαφυρά στις σελίδες των ευρωπαϊκών περιοδικών μουσικοκριτικής και στην αύξουσα, πολυβραβευμένη δισκογραφία τους.

Θα επισημάνω, επίσης, ότι η απογείωση της Καμεράτας δεν συνέβη ούτε όταν το Μέγαρο την έστελνε σε περιοδείες στο εξωτερικό συνοδευόμενη από ορδές δημοσιογράφων ούτε όταν διόριζε καλλιτεχνικούς διευθυντές της τους ακριβοπληρωμένους Νέβιλ Μάρινερ και Γουόρεν-Γκριν ούτε όταν ηχογραφούσε ρεπερτόριο που έπαιζαν καλύτερα δεκάδες άλλα σύνολα…

Αντίθετα, συντελέστηκε όταν, παρατώντας την στην τύχη της λόγω οικονομικής κρίσης, την εξέλιξη καθόρισε ο αμείλικτος συνδυασμός ανάγκης και ταλέντου. Οπως λένε: «ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει… καλύτερο!».

Καθένας αντιλαμβάνεται ότι το παράλογο, εθνικά ασύμφορο πανταχόθεν «άδειασμα» της Καμεράτας υπαγορεύουν ισορροπίες συμφερόντων παντελώς άσχετων προς τον πολιτισμό, τυπική συνέπεια της πάγιας, φονικής έλλειψης ουσιαστικής πολιτιστικής πολιτικής από όλες ανεξαιρέτως τις κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης. Είθε να ’χαμε να ελπίζουμε σε κάτι διαφορετικό…