Αρκούμαι σε ορισμένες επιγραμματικές επισημάνσεις για τον Αρη, που αυτοπυροβολείται τέτοιες μέρες πριν από εβδομήντα χρόνια στο φαράγγι του Φάγκου. Οι ιστορικοί παρακάμπτουν ως ασήμαντη λεπτομέρεια τη λάμψη στα μάτια ανταρτών και καπεταναίων, καθώς μιλούν γι’ αυτόν, δεκαετίες έπειτα απ’ τον χαμό του· ορισμένοι ούτε καν την υποψιάζονται. Κι είν’ ακριβώς το σκαρδαμύσσον τούτο φως που ξεδιαλύνει την πορεία του στις υψηλές κορυφές της Αντίστασης. Ο Θανάσης Κλάρας επεξεργάζεται απ’ τις πρώτες μέρες της Κατοχής το σχέδιό του για το Αντάρτικο. Μυεί τους συνεπιβάτες του στο σπίτι των αδελφών Τσάφου στην Καισαριανή. Ζητά να βγει στο βουνό. Το κόμμα διστάζει. Του δίνει έγκριση αφότου ο Χίτλερ επιτίθεται στη Σοβιετική Ενωση.
Ροβολάει τις απόκρημνες πλαγιές με τους πρώτους άνδρες καταβεβλημένους από τις κακουχίες. Αξιοθρήνητο θέαμα. Συστήνεται ως ταγματάρχης Πυροβολικού. Αν έλεγε πως είναι κομμουνιστής, που υπηρέτησε μουλαράς στον στρατό, θα τους έπαιρναν στο ψιλό. Ξέρει πως κάθε Ρουμελιώτης κρύβει στην καρδιά του το κάδρο ενός προγόνου του, πολεμιστή του Εικοσιένα. Ο Αρης ξεκρεμάει τις αραχνιασμένες φωτογραφίες και κινεί εκ νέου τους ήρωες. Ξαναζωντανεύει τ’ αρματολίκι. Μελετητής του Κλάουζεβιτς γνωρίζει καλά την ψυχολογία της μάζας. Ο θρύλος του προπορεύεται του ίδιου.
Ηγέτης με κεφαλαία και τα έξι γράμματα. Στρατολογεί τους καλύτερους. Τιθασεύει αγρίμια, κατάλοιπα των ληστών των ορέων, όπως ο Νάκος Μπελής. Περιγράφουν τον Δήμο Καραλίβανο, όσοι έχουν πάρε-δώσε μαζί του, ως πλάσμα αλλόκοτου κόσμου, σωστό ξωτικό. Δίπλα στον Αρχηγό μετατρέπεται σε αρνί του γάλακτος και μεγαλουργεί. Υπόδειγμα ανιδιοτελούς προσφοράς. Θυσιάζει ώς και τη ζωή του σε μια ιδιότυπη ναυμαχία. Μανούλα καημένη στον αιφνιδιασμό. Επειτα από κάθε νίκη το Αντάρτικο φουντώνει. Οι δίκες μοιάζουν με θεατρική παράσταση, υποστηρίζεται. Σκηνοθετεί το πρώτο λαϊκό δικαστήριο με απαράμιλλη δεξιοτεχνία και το κάνει θεσμό. Μισεί τους Εγγλέζους. Περιφέρει επί μέρες, μολαταύτα, τους αξιωματικούς της αποστολής τους για τον Γοργοπόταμο στα χωριά, προς εξύψωσιν του ηθικού των αμάχων. Το φυσάει και δεν κρυώνει ο Θέμης Μαρίνος. Καίτοι άθεος, βαφτίζει παιδιά και φορά το σταυρουδάκι του Ανυπόμονου, που τόσο ρετούς υπέστη αργότερα.
Σκάρτα ένα εξήντα, αλλά φαντάζει δυο μέτρα. Τα παλικάρια τον λατρεύουν. Η φράση του ανταρτόπαπα απηχεί τα αισθήματά τους: «Ηταν ο ένας που ήξερε να αξιοποιεί την προσφορά των πολλών. Πολλοί υπάρχουν παντού και πάντοτε. Ο ένας λείπει». Μπαίνει στο μάτι των ανεπαρκών ηγετών του ΚΚΕ. Τον καλούν στην Αθήνα για να του τραβήξουν τ’ αυτί. Τζίφος. Τοποθετούν κηδεμόνα του τον Τάσο Λευτεριά (Βαγγέλη Παπαδάκη), που η κρητική προφορά του τον εμποδίζει να συνεννοηθεί καλά καλά με τους τραχείς ορεσίβιους. Τόσο τους κόβει. Δεν τον θέλουν στα πόδια τους. Τον στέλνουν στην Πελοπόννησο βορά στους ταγματασφαλίτες που την κατακλύζουν κι εκείνος βάζει φωτιά σ᾽ολόκληρο τον Μωριά. Του απαγορεύουν να περάσει απ’ την Αθήνα μετά την απελευθέρωση. Τον «εξορίζουν» κατόπιν στην Ηπειρο. Δεν τον ακούνε και υπογράφουν τη Βάρκιζα. Τον εξαπατούν οδηγώντας τον στη μεθόριο, σ’ ένα ταξίδι δίχως γυρισμό. «Ούτε νερό ούτε ψωμί», διατάζουν. Του δίνουν τη χαριστική βολή, αποκηρύσσοντάς τον. Καιρούς και ζαμάνια μετέπειτα τα μπαλώνουν με μια τσουρούτικη, λειψή αποκατάσταση. Μικρόνοες και ουτιδανοί.
