Ολοι οι «παίκτες» στην ελληνική πολιτική σκακιέρα επιθυμούν, περισσότερο ή λιγότερο, την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ της Αθήνας και των δανειστών. Το Μαξίμου θέλει να κλείσει το κεφάλαιο της αβεβαιότητας και να αποκομίσει από τη συμφωνία τα όποια θετικά ψήγματα, ώστε να μη βρεθεί το επόμενο τρίμηνο με το μαχαίρι στον λαιμό.
Η αντιπολίτευση αναμένει με αγωνία το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων, ώστε να επιτελέσει μεν το «εθνικό καθήκον» της υπερψηφίζοντας τα μέτρα, αλλά και για να έχει πλέον τη δυνατότητα να ξεκινήσει την αντιπολιτευτική της κριτική.
Το ίδιο όμως φαίνεται να επιθυμούν και οι παράγοντες εντός του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς η αδιαμφισβήτητα επώδυνη συμφωνία θα δώσει το έναυσμα για να καθαρίσει η ήρα από το στάρι. Το ξεκαθάρισμα βεβαίως φαίνεται ότι θα γίνει διά του διαζυγίου και γι’ αυτό όλες οι ομάδες στο κυβερνών κόμμα έχουν επιδοθεί στο γνωστό παιχνίδι του «μουντζούρη» επιχειρώντας να φορτώσουν στην απέναντι πλευρά το βάρος του διαζυγίου.
Το Μαξίμου θέλει επιπρόσθετα αυτή η διαπραγμάτευση να τελειώσει το συντομότερο δυνατόν όχι μόνο για λόγους που άπτονται της ελληνικής οικονομίας. Η γρήγορη σύναψη της συμφωνίας, η τάχιστη ψήφισή της στη Βουλή και η διαφοροποίηση ενός ευμεγέθους αριθμού βουλευτών θα δώσουν τη δυνατότητα στον πρωθυπουργό να υλοποιήσει κάποιο από τα εκλογικά σενάρια, δηλαδή να μπορέσει από την επόμενη μέρα απερίσπαστος να προχωρήσει στο νέο πολιτικό του σχέδιο. Και να προχωρήσει με ένα νέο αφήγημα για τις συνθήκες του εκβιασμού που δέχτηκε, αλλά και για τις μάχες που θα δώσει από εδώ και στο εξής.
Ωστόσο, υπάρχει η παροιμία «όποιος βιάζεται σκοντάφτει». Και τα εμπόδια είναι ουκ ολίγα, καθώς εκτείνονται από το περιεχόμενο της συμφωνίας μέχρι τους τακτικισμούς του Βερολίνου. Τα επόμενα 24ωρα είναι κρίσιμα και το πεδίο ναρκοθετημένο. Θα το διαβεί επιτυχώς η κυβέρνηση;
