Ο όρος «Γιαπωνέζος κομμουνιστής» μπορεί να ηχεί σαν σύντομο ανέκδοτο στα αυτιά όσων διατηρούν μια «εξωτική» εικόνα για τη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, ωστόσο το Ιαπωνικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΙΚΚ) είναι όχι μόνο το παλαιότερο κόμμα της χώρας, αλλά πλέον γνωρίζει μεγάλη αύξηση της δύναμής του, την τρίτη στην 95χρονη ιστορία του.
«Κόκκινη αναβίωση» ήταν, άλλωστε, ο τίτλος του άρθρου του «Economist» τον περασμένο Απρίλιο, όταν το ΙΚΚ στις τοπικές εκλογές αναδείχτηκε το ισχυρότερο κόμμα της αντιπολίτευσης απέναντι στο Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα του πρωθυπουργού Σίνζο Αμπε. Είχαν προηγηθεί οι γενικές εκλογές τον περασμένο Δεκέμβριο, στις οποίες το ΙΚΚ απέσπασε 13,3% και 11,4% στις δύο κάλπες, αποσπώντας, όμως, λόγω του πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος, μόλις 21 έδρες σε σύνολο 475. Στο δε Τόκιο είναι το τρίτο κόμμα στο μητροπολιτικό συμβούλιο.
Ο Κιμιτόσι Μοριχάρα, μέλος του Πολιτικού Γραφείου του Ιαπωνικού Κομμουνιστικού Κόμματος και ιστορικό στέλεχός του, επισκέφθηκε την Αθήνα εν μέσω της σκληρής διαπραγμάτευσης της Ελλάδας με τους δανειστές της.
Η γνωριμία μας μαζί του είχε γίνει τον Μάρτιο, όταν παραχώρησε συνέντευξη στην «Εφ.Συν.» αναφορικά με την άνοδο του κόμματός του στις εκλογές αλλά και τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές, οπότε η επίσκεψή του στα γραφεία της εφημερίδας ήταν ένας αυτονόητος «σταθμός» στη σειρά επισκέψεων που είχε προγραμματίσει.
Η εφημερίδα του ΙΚΚ, η «Akahata» (σ.σ. «Κόκκινη Σημαία»), έχει μέση εβδομαδιαία κυκλοφορία 1,2 εκατ. αντίτυπα, μας λέει, ενώ το κόμμα έχει πλέον 350.000 μόνιμα μέλη, εκ των οποίων περίπου το 25% εντάχθηκε στο κόμμα από το 2014. «Για τα δεδομένα του πληθυσμού των περίπου 100 εκατομμυρίων δεν είμαστε πολύ μεγάλο κόμμα» διευκρινίζει, ενώ εμείς του αντιτείνουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ σε μια χώρα 10 εκατ. έχει περίπου 40.000 μέλη και κατάφερε να κερδίσει τις εκλογές.
«Τότε, είτε εμείς δεν κάνουμε κάτι καλά, είτε ο ΣΥΡΙΖΑ ξέρει τον τρόπο», λέει γελώντας, αναγνωρίζοντας ωστόσο τις εντελώς διαφορετικές πολιτικές συνθήκες στις δύο χώρες. Μας ζήτησε να τον συνοδεύσουμε για δείπνο «με καλό ελληνικό φαγητό» και το μενού ήταν αντιπροσωπευτικό: μουσακάς, τζατζίκι και χωριάτικη σαλάτα βρέθηκαν μεταξύ άλλων στο τραπέζι μιας γνωστής ταβέρνας στις «παρυφές» της Πλάκας.
Τι ρώτησε για την Ελλάδα
Οι ερωτήσεις του για την Ελλάδα πολλές, με εκείνες που αφορούν τη διαπραγμάτευση με τους δανειστές να κυριαρχούν. Ρωτά να μάθει ποιες επιλογές έχει η κυβέρνηση μπροστά στο ενδεχόμενο μιας ρήξης, ποιες είναι οι «κόκκινες γραμμές» της, αλλά και σε ποια θέματα έχει κάνει υποχωρήσεις. Στο τελευταίο ζήτημα και συγκεκριμένα στις ιδιωτικοποιήσεις εστιάστηκε και το ενδιαφέρον του Κιμιτόσι Μοριχάρα, καθώς η απόφαση του ΤΑΙΠΕΔ για παραχώρηση σε ιδιώτες του 51% του λιμανιού του Πειραιά και τα σενάρια για αντίστοιχες διαδικασίες στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης φαίνεται ότι «ακουμπούν» και την ευρύτερη περιοχή της Ιαπωνίας.
Ο λόγος; Το γεγονός ότι η Κίνα το τελευταίο διάστημα έχει αυξήσει τη στρατιωτική παρουσία της στη Σινική Θάλασσα, γεγονός που έχει δημιουργήσει αναταραχή σε όλες τις χώρες της περιοχής, αλλά και τις ΗΠΑ. Ως «απάντηση» στη δραστηριότητα της Κίνας, η κυβέρνηση της Ιαπωνίας προτίθεται να υιοθετήσει σειρά μέτρων που θα επιτρέψουν στις ένοπλες δυνάμεις της πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.
Το ΙΚΚ, ως κατεξοχήν αντιμιλιταριστικό κόμμα, παλεύει μεν για την απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων στη χώρα, αλλά αντιτίθεται και στις διαθέσεις του Σίνζο Αμπε, καθώς φοβάται σταδιακή επιστροφή στο δόγμα που είχε κυριαρχήσει πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που κατέληξε σε τραγωδία.
Ο Κιμιτόσι Μοριχάρα παρομοιάζει μάλιστα τη δραστηριότητα της Κίνας προς την Ευρώπη με τη διάνοιξη των νέων «δρόμων του μεταξιού», με την Ελλάδα να μοιάζει με ιδανική «πύλη» προς την Ευρώπη. «Οι εξελίξεις με το λιμάνι του Πειραιά ήταν ένα από τα πρώτα θέματα στα δελτία ειδήσεων της Ιαπωνίας» μας λέει χαρακτηριστικά. Και εμείς καταλαβαίνουμε ότι οι διεθνείς κινήσεις πάνω στην Ελλάδα έχουν παγκόσμιο αντίκτυπο.
Οι ερωτήσεις μας για την Ιαπωνία είναι πολλές. Η κυρίαρχη αίσθηση που αποκομίζουμε για την πανίσχυρη, αλλά ταλαιπωρημένη οικονομία είναι πως η χώρα ζει μεγάλες πολιτικές ανακατατάξεις, που σχετίζονται κυρίως με τη διεθνή της θέση. Θα επιστρέψει η αντίληψη ότι οι Ιάπωνες είναι ένας ακόμα «περιούσιος λαός», τακτική που οδήγησε υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα στις αρχές του 20ού αιώνα σε δυο επιτυχημένους επεκτατικούς πολέμους στην Κορέα και την Κίνα, αλλά τελικά οδήγησε στην ταπεινωτική καταστροφή; Το ερώτημα είναι κομβικό και οι Ιάπωνες κομμουνιστές θεωρούν ότι ένας τέτοιος δρόμος θα οδηγήσει σε νέα δεινά. Αλλωστε αυτή την αντίληψη την «πλήρωσαν» με απηνείς διώξεις, τόσο προπολεμικά όσο και μεταπολεμικά, καθώς αντιμετώπισε την αμερικανοκίνητη «Κόκκινη κάθαρση».
Για το Κ.Κ. Κίνας
Η στάση τους πάντως έναντι του Κ.Κ. Κίνας είναι ξεκάθαρη: «Δεν θέλουμε να έχουμε και δεν έχουμε σχέση με την ηγεσία της Κίνας» λένε, ενώ ο Κιμιτόσι Μοριχάρα μάς εξηγεί ότι πρόκειται για ιδεολογικό ζήτημα και σε καμία περίπτωση εθνικό ή εθνικιστικό. Οι ερωτήσεις μας φτάνουν μέχρι τη Βόρεια Κορέα και ρωτάμε αν ισχύουν όλες οι φήμες για τον Κιμ Γιονγκ Ουν.
Απαντά απολύτως καταφατικά, επισημαίνοντας ωστόσο ότι όλα αυτά γίνονται αντικείμενο προπαγάνδας από τη Νότια Κορέα. Τον ρωτάμε όμως γιατί, παρά τη σκληρότητα του καθεστώτος, ο λαός της Β. Κορέας δεν αντιδρά, δεν «επαναστατεί». Η απάντησή του είναι απλή: «Η Β. Κορέα μοιάζει πολύ με την Ιαπωνία των αρχών του 20ού αιώνα. Ο αυτοκράτορας είχε, υποτίθεται, θεϊκή υπόσταση, ενώ είχε καλλιεργηθεί η εντύπωση ότι είμαστε ένας πανίσχυρος λαός, που όλοι επιβουλεύονται τα εδάφη του. Ετσι και στη Β. Κορέα καλλιεργείται το ιδεολόγημα ενός ακόμα ξεχωριστού λαού, που για να επιβιώσει πρέπει να παραμείνει απόλυτα απομονωμένος», λέει.
