Το πρόσφατο νομοσχέδιο για την παιδεία προκάλεσε αντιδράσεις κυρίως γιατί αποτελεί ανάχωμα σε κερδοσκοπικές βλέψεις στις οποίες απέβλεπαν οι προηγούμενες μεταρρυθμίσεις. Οι αντιδρώντες δεν μπορούσαν βέβαια να επικαλεστούν «όχι Μπαλτάς στην κερδοσκοπία» και μέσω μίας Οργουελιανής ταύτισης εννοιών, αντικατάστησαν την κερδοσκοπία με την παιδεία.
Η διείσδυση του κερδοσκοπικού ιδιωτικού τομέα στα πανεπιστήμια προς αντικατάσταση του δημοσίου είναι πλέον γεγονός σε πολλά κράτη. Τα τελευταία 30 χρόνια τα πανεπιστήμια ανά τον κόσμο βρίσκονται όλο και περισσότερο παγιδευμένα στη δίνη της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας που αναζητά κέρδος από κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Οι νομοθετικές πρωτοβουλίες των προηγουμένων κυβερνήσεων στην Ελλάδα είχαν τον ίδιο απώτερο (και σιωπηρό) στόχο, και τα σχετικά μέτρα μεταμφιέστηκαν σε ορθολογισμό και εκσυγχρονισμό της ανώτατης εκπαίδευσης.
Το βασικό εμπόδιο που έπρεπε να υπερσκελιστεί για να ικανοποιηθούν οι κερδοσκοπικές βλέψεις ήταν η διοικητική δομή των πανεπιστημίων, η οποία ήταν όντως δυσλειτουργική. Όμως ο νόμος 4009 (Διαμαντοπούλου), επικαλούμενος τη δυσλειτουργία των πανεπιστημίων, θεσμοθέτησε την εξάλειψη πολλών δημοκρατικών διαδικασιών, και τη μετατροπή των πανεπιστημιακών Συμβουλίων σε εκτελεστικά όργανα με υποτυπώδη δημοκρατική αντιπροσώπευση και με συμμετοχή ειδημόνων από το εξωτερικό, οι οποίοι θα διευκόλυναν τον «εκσυγχρονισμό» των πανεπιστημίων με την υιοθέτηση διεθνών πανεπιστημιακών προτύπων.
Όμως πόσο δημοκρατικά είναι τα «εκσυγχρονισμένα» πανεπιστήμια του εξωτερικού που έβλεπαν ως πρότυπα οι προηγούμενες κυβερνήσεις; Η αντιπροσώπευση των φοιτητών στα διοικητικά όργανά τους είναι συχνά υποτυπώδης. Ενδεικτικά, τα Συμβούλια πολλών φημισμένων πανεπιστημίων στην Αγγλία έχουν μόνο ένα αντιπρόσωπο των φοιτητών, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 5% του συνόλου μελών. Η αντιπροσώπευση του ακαδημαϊκού προσωπικού σε αυτά τα Συμβούλια είναι μεγαλύτερη από αυτή των φοιτητών. Όμως η πλειοψηφία των Συμβουλίων σχεδόν πάντα αποτελείται από άτομα που δεν ανήκουν στην πανεπιστημιακή κοινότητα, όπως στελέχη επιχειρήσεων και οργανισμών, η επιλογή των οποίων γίνεται, άμεσα ή έμμεσα, βάσει των προτιμήσεων της πλειοψηφίας του Συμβουλίου.
Συνεπώς τα Συμβούλια έχουν τη δυνατότητα να διαιωνίζουν τις πολιτικές τους σκοπιμότητες μέσω της αντικατάστασης των μη πανεπιστημιακών μελών από ομοϊδεάτες τους, ενώ κάθε πρωτοβουλία η οποία δεν συνάδει με τις προτεραιότητες της πλειοψηφίας είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Και βεβαίως η μειοψηφική συμμετοχή των φοιτητών και του ακαδημαϊκού και διοικητικού προσωπικού στα Συμβούλια δημιουργεί αμφιβολίες για το πόσο ουσιαστικός μπορεί να είναι ο ρόλος τους στη λήψη αποφάσεων.
Συμβούλια όπως αυτό του κολεγίου Birkbeck του πανεπιστημίου του Λονδίνου που αναφέρθηκε σε πρόσφατο άρθρο στην Εφ. Συν. (https://demo.efsyn.gr/arthro/ti-einai-kai-ti-thelei-panepistimio) μάλλον αποτελούν την εξαίρεση, παρά τον κανόνα.
Τα βρετανικά πανεπιστήμια θεωρούνται αυτοδιοικούμενα, καθότι δεν υπόκεινται σε άμεσο κυβερνητικό έλεγχο. Όμως, η κυβέρνηση επηρεάζει, έστω και έμμεσα, τα πανεπιστήμια. Διότι η κρατική χρηματοδότησή τους αντικατοπτρίζει την πολιτική της εκάστοτε κυβέρνησης, όπως την πληρωμή διδάκτρων από τους φοιτητές και την ενίσχυση συγκεκριμένων ειδών έρευνας. Οι βρετανικές κυβερνήσεις μειώνουν συνεχώς την κρατική χρηματοδότηση των πανεπιστημίων. Μέσα σε μία διετία (2011-2013), η κρατική χρηματοδότηση μειώθηκε κατά ένα τρίτο, και σήμερα αντιστοιχεί σε ποσοστό μικρότερο του 20% του συνόλου των εσόδων των πανεπιστημίων. Με αυτήν την τακτική ενθαρρύνεται βέβαια η εμπορικοποίηση των πανεπιστημιακών δραστηριοτήτων.
Επιπλέον, η έλλειψη δημοκρατικών διαδικασιών διαπερνά μεγάλο μέρος της διοικητικής δομής πολλών πανεπιστημίων. Η εκλογή των πρυτάνεων γίνονται συνήθως από ολιγομελείς επιτροπές υψηλόβαθμων στελεχών. Οι κοσμήτορες διορίζονται από τους πρυτάνεις, οι οποίοι οφείλουν να θέσουν το θέμα σε διαβούλευση, διαδικασία η οποία έχει μόνο συμβουλευτικό ρόλο. Ο σκοπός κάθε είδους διαβούλευσης, όπως είχε παρατηρήσει υψηλόβαθμο πανεπιστημιακό στέλεχος, είναι ότι «πρέπει να ακούσω τη γνώμη τους, αλλά δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα από αυτά που προτείνουν». Τέτοιες διαδικασίες επιτρέπουν συχνά τη δημιουργία ενός αυταρχικού συστήματος διοίκησης, το οποίο έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί αυθαίρετα ή νεφελώδη κριτήρια για την υλοποίηση των στόχων του.
Η έλλειψη επαρκούς δημοκρατικού ελέγχου των πανεπιστημιακών οργάνων συμβάλλει στην διαμόρφωση μίας συχνά στυγνής μορφής διοίκησης. Ένα σχετικό παράδειγμα έδωσε η αυτοκτονία ενός καθηγητή τοξικολογίας του Imperial College το 2014. Ο καθηγητής, παρά το σημαντικό επιστημονικό του έργο, είχε απειληθεί από τον προϊστάμενό του ότι η θέση του στο Imperial ήταν πολύ επισφαλής διότι δεν προσείλκυε το απαιτούμενο μίνιμουμ ερευνητικών κονδυλίων αξίας 300.000 ευρώ ετησίως.
Γενικά, οι καθηγητές σε πολλά εξέχοντα πανεπιστήμια, τα οποία χρησιμοποιούνται ως μοντέλα εκσυγχρονισμού, υπόκεινται σε πολλαπλές πιέσεις, βρισκόμενοι μεταξύ της σφύρας του αυταρχισμού των μη δημοκρατικών πανεπιστημιακών διοικήσεων και του άκμονος του νεοφιλελευθερισμού της πανεπιστημιακής «αγοράς».
Βέβαια, η Βρετανία δεν αποτελεί τη μοναδική περίπτωση: η πρόσφατη κατάληψη κτιρίου του πανεπιστημίου του Άμστερνταμ στην Ολλανδία έγινε ως διαμαρτυρία κατά της «έμμεσης αντιπροσώπευσης» της πανεπιστημιακής κοινότητας από τις διοικήσεις των πανεπιστημίων και κατά των πιέσεων για τη μετατροπή των ολλανδικών πανεπιστημίων σε γραφειοκρατικά σουπερμάρκετ γνώσης. Παρόμοιες τάσεις εμπορικοποίησης πανεπιστημίων συναντούνται από τις ΗΠΑ μέχρι την Κίνα.
Επιπλέον, η βασισμένη σε επιχειρησιακά πρότυπα διαμόρφωση των πανεπιστημίων έχει επιφέρει μεγάλες αλλαγές στο προφίλ του προσωπικού τους. Χαμηλόβαθμο και χαμηλόμισθο προσωπικό μερικής απασχόλησης ή με βραχυχρόνιες συμβάσεις χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο για να καλυφθούν οι διδακτικές ανάγκες. Στις ΗΠΑ ο αριθμός προσωπικού τέτοιου είδους έχει αυξηθεί κατά ένα τρίτο μέσα σε 25 χρόνια. Ενώ κατά το ίδιο διάστημα, διπλασιάστηκε το προσωπικό που δεν συμβάλλει στη διδασκαλία ή στην έρευνα, αλλά εξυπηρετεί τις προτεραιότητες των διοικήσεων των πανεπιστημίων.
Το αποτέλεσμα τέτοιων αλλαγών είναι ότι οι καθηγητές αντικαθίστανται εύκολα (με χαμηλόμισθους συμβασιούχους των οποίων οι γνώσεις είναι συχνά περιορισμένες), οι θέσεις εργασίας τους γίνονται πιο επισφαλείς και οι ίδιοι πιο πειθήνιοι στις απαιτήσεις της διοίκησης. Το διοικητικό προσωπικό αυξάνεται ώστε να μπορούν να αναπτυχθούν οι μη επιστημονικές δραστηριότητες του πανεπιστημίου. Παράλληλα, οι φοιτητές εκτίθενται σε όλο και περισσότερο τυποποιημένες μορφές διδασκαλίας.
Η εκμετάλλευση των πανεπιστημίων για εμπορικούς σκοπούς έχει βέβαια και άλλες πτυχές. Εκτός της μόρφωσης και της έρευνας, δραστηριότητες όπως η σίτιση, η επιστασία, η φύλαξη και ο καθαρισμός κτιρίων, και η τεχνολογική υποστήριξη, προφέρουν ευκαιρίες για τη διείσδυση κερδοσκοπικών εταιρειών στα πανεπιστήμια. Τα επιχειρήματα των υποστηρικτών τέτοιων διεισδύσεων στηρίζονται κυρίως στο αναμενόμενο χαμηλότερο εργατικό κόστος, αλλά εσκεμμένα δεν αναφέρουν το κόστος του κέρδους, το οποίο συχνά αποθηκεύεται εκτός των συνόρων και δεν συνεισφέρει στην εγχώρια οικονομία.
Ούτε βέβαια απασχολεί τους κερδοσκόπους η εξαθλίωση του προσωπικού των εταιρειών τους. Είναι δύσκολο να ξεχάσει κανείς την κούραση στο πρόσωπο της καθαρίστριας από τη Νιγηρία που συναντούσα κάθε πρωί όταν έφτανα στο γραφείο μου στο πανεπιστήμιο. Μια μετανάστρια που δούλευε σε ιδιωτική εταιρεία καθαρισμού κτιρίων στο Λονδίνο, η οποία έπρεπε να καθαρίσει τόσα πολλά γραφεία προτού ξημερώσει, ώστε όταν έφτανε στο δικό μου, στην άκρη του κτιρίου, ήταν κυριολεκτικά ένα ράκος.
Ταυτόχρονα, τα επιχειρήματα κατά της διείσδυσης εταιρειών στα πανεπιστήμια εκούσια παραβλέπονται από όσους υποστηρίζουν ή στοχεύουν στην κερδοσκοπία. Για παράδειγμα, στο κόστος μίας υπηρεσίας του δημοσίου δεν συμπεριλαμβάνεται ο παράγοντας κέρδος. Και επίσης ένα κράτος έχει τεράστια αγοραστική ισχύ και μπορεί να επιτύχει σημαντικές εκπτώσεις στις τιμές των προϊόντων των προμηθευτών του, εφόσον βέβαια οι σχετικές διαδικασίες είναι αδιάβλητες. Και, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Ελλάδας, εφόσον δεν υποθάλπουν την παθογένεια που έχει χαρακτηρίσει πολλές συναλλαγές του δημοσίου στο παρελθόν.
Σημειωτέον ότι η διείσδυση ιδιωτικών εταιρειών στον ελληνικό πανεπιστημιακό χώρο έχει ήδη ξεκινήσει, και φυσικά χαρακτηρίζεται από τις γνωστές παθογένειες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση που αναφέρθηκε σε σχετικό δημοσίευμα στην Εφ. Συν. (https://demo.efsyn.gr/arthro/o-diahronikos-ergolavos-sitisis-toy-dimokriteioy), το οποίο απεκάλυψε ότι ο ανάδοχος της εργολαβίας σίτισης στο Δημοκρίτειο πανεπιστήμιο ήταν μεγαλομέτοχος σε άλλη εταιρεία μαζί με τον τότε πρύτανη του πανεπιστημίου.
Όμως, ο νόμος 4009 ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, είχε απώτερο στόχο τη διείσδυση ιδιωτικών συμφερόντων στα πανεπιστήμια, αντί να θεραπεύσει τις παραπάνω παθογένειες, θα συντελούσε στην ενίσχυσή τους. Οι υποστηρικτές του νόμου χρησιμοποίησαν μία τακτική αντιπερισπασμού για να αποσπάσουν την προσοχή του κοινού από τον επιδιωκόμενο στόχο. Σλόγκαν όπως οι «αιώνιοι φοιτητές» απετέλεσαν μεγάλο μέρος του επικοινωνιακού μανδύα που κάλυπτε τις πιο σημαντικές (αντιδημοκρατικές και οικονομικές) επιπτώσεις του νόμου.
Το νομοσχέδιο για τα πανεπιστήμια που βρίσκεται σε διαβούλευση αυτή τη στιγμή θα θωρακίσει την ανώτατη εκπαίδευση από τις προαναφερθείσες ανεπιθύμητες επιπτώσεις που έχουν παρατηρηθεί σε άλλα κράτη, και για τις οποίες νόμοι όπως ο 4009 αποτελούσαν προοίμιο.
Πολλές αντιδράσεις στο νομοσχέδιο μέχρι στιγμής ήταν αναμενόμενες και προφανώς σκόπιμες, γιατί ο προτεινόμενος νόμος θα δυσκολέψει, αν δεν αναχαιτίσει, τη κερδοσκοπική εκμετάλλευση των πανεπιστημίων. Υπήρξαν όμως και αφελείς αντιδράσεις, από όσους αδυνατούν να αντιληφθούν ότι με τις προηγούμενες μεταρρυθμίσεις η ανώτατη παιδεία οδηγείτο σε μία καθαρά νεοφιλελεύθερη πορεία ιδιωτικοποίησης: πάντως η εμπειρία πολλών ξένων πανεπιστημίων δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης.
*Επίτιμος καθηγητής του University College London και ομότιμος καθηγητής του King’s College London. Τέως κοσμήτορας του King’s College και μέλος της Διοικούσας Επιτροπής του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου.
