Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το προηγούμενο κείμενό μου από το Βερολίνο αφορούσε τη Σάουμπινε, κι αυτό, το δεύτερο, επιχειρεί να σχολιάσει την τελευταία επίσκεψή μου στο Ντόιτσες Τεάτερ. Για να είμαι ειλικρινής, η δεύτερη αυτή, αργοπορημένη αναφορά στο «γερμανικό θέατρο» φοβάμαι πως κάπως το αδικεί. Είναι άλλωστε πασίγνωστο, είναι ιστορικό και βαρυσήμαντο και παραμένει το πλέον «θεσμικό» θέατρο της Γερμανίας. Ενταγμένο σε ένα δίκτυο πολλών άλλων ακόμη, το Ντόιτσες Τεάτερ διατηρεί στη γερμανική επικράτεια και συνείδηση τον κεντρικό ρόλο σε έναν ανοιχτό, πολύεδρο και πολυεπίπεδο σχεδιασμό που υποκαθιστά εν πολλοίς το «εθνικό θέατρο».

Ισως δεν είναι το πιο σημαντικό από την άποψη της πρωτοπορίας, αλλά, όπως και να το κάνουμε, το Ντόιτσες είναι αυτό που φέρει το μεγάλο όνομα και την ιστορία. Είναι αυτό που καθόρισε όχι μόνο το σύγχρονο γερμανικό θέατρο, αλλά και διά μέσου αυτού ολόκληρο το ευρωπαϊκό θέατρο στον 20ό αιώνα. Οι τέσσερις προτομές των κορυφαίων κατά καιρούς διευθυντών του, όπως μας υποδέχονται στον αύλειο χώρο του, αυτό εν τη σιωπή αναπολούν. Εχοντας στην κορυφή τον πιο γνωστό ανάμεσα στους άλλους ισάξιους, τον Μαξ Ράινχαρντ, αναλογίζονται μια σειρά σκηνοθετών που στις οδηγίες τους έθεσαν τις βάσεις για το κλασικό ρεπερτόριο παγκοσμίως.

Μικρότερη σκηνή από το Εθνικό μας

Οι προτομές βέβαια είναι ιδιαίτερα σεμνές, σχεδόν διακριτικές. Ακολουθούν το όλον ύφος του Ντόιτσες Τεάτερ, που για εμάς τους επισκέπτες του από την Ελλάδα διακρίνεται σε δύο κυρίως χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι μάλλον εύλογο: το εσωτερικό του, η πλατεία και η αρχιτεκτονική της ομοιάζουν πολύ με το δικό μας Εθνικό. Είναι το δεύτερο ωστόσο χαρακτηριστικό που κρύβει την έκπληξη: έρχεται με την εντύπωση της μάλλον μικρής σκηνής και γενικά ενός χώρου που υπολείπεται σε εκτόπισμα της φήμης και της δόξας του. Συγκρινόμενη μάλιστα με το δικό μας Εθνικό, η κεντρική σκηνή του Ντόιτσες φαντάζει αρκετά μικρή, σίγουρα στενότερη από τη δική μας.

Εκεί λοιπόν, σ’ αυτή τη σκηνή, οι Γερμανοί ακολουθούν την παράδοσή τους, που θέλει να παίζουν πάντα και παντού Σέξπιρ. Δεν έχουν άδικο. Γεγονός είναι πως ακόμα και αν ποτέ κανείς δεν έθιξε την καταγωγή του Αγγλου τροβαδούρου, άλλος δεν προέβλεψε και δεν καλλιέργησε την ευρωπαϊκή αίγλη του περισσότερο από αυτούς. Και είναι ακόμη αλήθεια πως ακόμη και τώρα αυτό που οι περισσότεροι θεωρούν «κλασικό» Σέξπιρ (κλείνοντας τα μάτια, τι έρχεται πρώτο στο μυαλό αναπολώντας έναν Αμλετ, έναν Λιρ ή έναν Μακμπέθ;) είναι στο μεγαλύτερο μέρος του παιδί του γερμανικού Ρομαντισμού.

Αφήνω όμως κατά μέρος το άλλο μισό του επιχειρήματος, που αφορά την «τυπική» εικόνα και τον «ορθό τρόπο» αναβίωσης του αρχαίου δράματος… Το αφήνω, αν μη τι άλλο, γιατί με καλεί ο απώτερος στόχος του σημειώματος, ακόμη μια παραγωγή Σέξπιρ στο Ντόιτσες Τεάτερ, ακόμα ένας «Μακμπέθ», κι αυτή τη φορά από τα χέρια ενός νέου σκηνοθέτη, που ακούει στο όνομα Τίλμαν Κέλερ.

Οι Γάλλοι με τη συνήθη τους αβρότητα λένε ότι το θέατρο των άσπονδων φίλων τους στον Βορρά έχει πια καταλήξει να είναι λίγο «σκηνικό» και πολύ «ξεγύμνωμα». Φοβάμαι πως δεν θα έπεφταν και πολύ έξω ούτε και τώρα, αν και για να είμαι ειλικρινής το σκηνικό του Κάρολι Ριζ αξίζει από μόνο του ιδιαίτερη αναφορά. Πρόκειται για μια ξύλινη χοάνη, που κλείνει την κεντρική σκηνή με μια πολύ ατμοσφαιρική και βέβαια πολύ εξπρεσιονιστική στο ύφος της ξύλινη κατασκευή. Με αυτό το σκηνικό τα πράγματα γίνονται κάπως στενά και έντονα κι η πρώτη εντύπωση είναι πως το πράγμα φιλοξενεί περισσότερο Μίλερ παρά Σέξπιρ.

Το χωνί που βλέπουμε εξυπηρετεί βέβαια στο να αποδώσει τον κόσμο ενός θεάτρου που γεννά και μεγεθύνει πλάσματα της φαντασίας, όψεις τρόμου, εφιάλτες, αληθινούς φόνους, βασιλείς που γεννιούνται και πεθαίνουν. Είναι, ας πούμε, μια κιβωτός τεράτων. Από μια μικρή οπή στο βάθος του θα ξεπηδήσουν πρώτα οι μάγισσες, κι από εκεί θα μπαινοβγαίνουν στη συνέχεια οι ήρωες του Μακμπέθ, αρχικά σαν ορυμαγδός και συνονθύλευμα σωμάτων, σαν ένα μπούγιο, που θα διαμορφωθεί σταδιακά στα πρόσωπα της τραγωδίας. Στο τέλος σ’ αυτό το ξύλινο κουτί ανοίγουν καταπακτές και από εκεί ξεχύνεται το φως σε μια νέα προοπτική της ιστορίας.

Ενας υποτονικός ήρωας

Το θέατρο του Κέλερ είναι βέβαια πολύ γερμανικό, που θα πει ότι θα πρέπει να ξεχάσουμε προς το παρόν ρόλους, φύλα, ενδύματα, σκηνικά και ό,τι άλλο κάνει τα πράγματα κάπως σαφέστερα. Η πολιτική νύξη βέβαια δεν λείπει, όπως στην ειρωνική υποστήριξη του βασιλιά από τους αυλάρχες του σαν μαριονέτας. Ωστόσο, αν και υπάρχουν καλές στιγμές όπου το σκηνικό μεταδίδει στο έργο την αίσθηση του εγκλωβισμού (ειδικά όταν χρησιμοποιείται σαν αντηχείο, όταν σύρονται πάνω του μαχαίρια και όταν χτυπιούνται σε αυτό τα πτώματα), υπάρχουν κι άλλες (όπως του περίφημου δείπνου) όπου είναι φανερό ότι όλα χάνονται στην ασάφεια.

Το πιο εντυπωσιακό εντούτοις υπήρξε η απόδοση του ίδιου του Μακμπέθ από τον ηθοποιό Ούλριχ Μάτες. Μάλλον μικρός το δέμας για τέτοιο ρόλο, κατά στιγμές υπερβολικά εσωτερικός, σχεδόν υποτονικός. Κι όμως, κατόρθωνε με έναν περίεργο τρόπο να βγάλει από την παράσταση έναν βασιλιά που παρασύρεται από το πεπρωμένο, που στέκει ζαλισμένος από την ταχύτητα των πραγμάτων, διόλου απόμακρο, μάλλον συμπαθητικό. Δίπλα του η λαίδη Μακμπέθ της Μάρεν Εγκερτ, σαφώς πιο κυριαρχική και δεσπόζουσα, εντούτοις κι αυτή μακριά από την παράδοση της «μοιραίας» γυναίκας. Μαζί οι δυο τους έμοιαζαν να δένονται χωρίς να το πολυκαταλαβαίνουν στο ρίσκο μιας απόφασης που τελικά τους εκμηδενίζει.

Οι άλλοι ηθοποιοί, είπαμε, εκπροσωπούν την περίφημη χορικότητα, από το σύνολο της οποίας εξέρχονται σχεδόν τα πάντα: λόγος και ρόλος, έργο και μύθος. Είναι βέβαια εξαιρετικοί ηθοποιοί, αν και κάπως νέοι για τόσο βαρείς ρόλους. Η όλη εικόνα έφερνε κάπως στις απόπειρες νέων δικών μας σκηνοθετών να ανεβάσουν με την ομάδα τους αρχαίο δράμα.

Εντάξει, δεν ενθουσιάστηκα, φαίνεται αυτό. Δεν πειράζει όμως, είναι προφανές πως ούτε στο γερμανικό θέατρο ανεβαίνουν τρία αριστουργήματα τη σεζόν.

Η αποδόμηση των κλασικών κουράζει

Πέρα από την όποια συγκυρία, ωστόσο, το πρόβλημα μοιάζει αρκετά βαθύτερο για το γερμανικό θέατρο: Είναι φανερό ότι αυτό που κάποτε στη σκηνή του θεάτρου εκφράστηκε με έναν κώδικα και μια αναζήτηση «αποδόμησης» έχει πια κορεστεί και έχει αρχίσει να κουράζει. Ισως η κρίσιμη απόφαση μιας νέας τομής, κυρίως όσον αφορά τη σκηνική απεικόνιση των κλασικών, να μην είναι πια πολύ μακριά για τους Γερμανούς.