Και όμως, ο κόσμος έχει κουραστεί. Να ψηφίσουν οτιδήποτε, αρκεί να τελειώνουμε, δυσφορούν οι πλείστοι. Και ρήξη να θέλουν, ας την κάνουν, αλλά, διάβολε, να ξέρουμε τι θα κάνουμε, τι να περιμένουμε, πώς να προετοιμαστούμε ψυχολογικά, τι κουμάντα θα κάνουμε για μας και τα χρέη μας, αλλά κυρίως για τα παιδιά μας. Αυτά δεν τα λένε οι υποστηρικτές του «ναι» μόνο, αλλά κι εκείνοι του συντριπτικού «όχι».
Τα μουρμουρίσματα έχουν αρχίσει, στα σπίτια, στα καφενεία και στους χώρους εργασίας. Αν εξαιρέσεις τους γελοίους που μιλάνε για εθνική προδοσία, που ονειρεύονται κρεματόρια, ικριώματα, γκιλοτίνες και άλλα δημοκρατικής υφής και δομής εργαλεία, οι φυσιολογικοί άνθρωποι ζητούν απλώς μια επιστροφή στην ομαλότητα και την ηπιότητα των ανοιχτών τραπεζών και ας μην έχουν δυνατότητα να προβούν στην ελάχιστη κατάθεση.
Αυτή η επιστροφή βεβαίως δεν έχει και πολύ μεγάλη σχέση με τη δημοκρατία, με αυστηρούς (στην τυπικότητά τους) θεσμούς, με νέα νοοτροπία για τη διακυβέρνηση ενός κράτους. Νέα νοοτροπία: παροχή αυτοτέλειας εκ μέρους του κρατικού μηχανισμού -ανήμπορου έτσι κι αλλιώς να δώσει λύση στα φλέγοντα οικονομικά ζητήματα- σε αυτόνομες ομάδες και εργοστάσια κι επιχειρήσεις ώστε να λειτουργήσει η συμμετοχή των πολλών στην πολιτική σκηνή.
Αυτό προϋποθέτει αυστηρό έλεγχο σε όσους φοροδιαφεύγουν συνειδητά, ξέρουν δηλαδή ότι δεν θα τους κυνηγήσει το επίσημο κράτος· είναι αυτονόητο επίσης ότι οι εκφραστές του αντιπροσωπευτικού συστήματος δεν θα πλουτίζουν ανήθικα και βρόμικα, σε βάρος δηλαδή όλων εκείνων που δεν έχουν πρόσβαση στα γρανάζια της εξουσίας.
Θυμάμαι λ.χ. πριν από πολλά χρόνια τη Βάσω Παπανδρέου να καταγγέλλει-αποκαλύπτει στην ελληνική Βουλή ότι πολλοί συνάδελφοί της πλούτισαν από τη μια μέρα στην άλλη μετά την ενασχόλησή τους με την πολιτική και να μην κουνιέται φύλλο· ούτε δημοσιογραφικές διαμαρτυρίες ούτε εισαγγελικές παρεμβάσεις, τίποτα. Ηταν, βλέπετε, η εποχή της επικράτειας του Life Style: κάνει ό,τι γουστάρει ο καθένας και δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν.
Μάλιστα. Θα πει κάποιος -και θα έχει δίκιο- ότι όλα αυτά πληρώνουμε τώρα, αλλά δεν είναι τόσο απλή αυτή η ερμηνεία. Τι μας έπεισε ότι έτσι είχαν τα πράγματα; Οχι μόνο ο καταναλωτισμός και η εκκωφαντική έλλειψη δημοκρατικής συνείδησης, ούτε η ισοπεδωτική τηλοψία και ο επίπλαστος ευδαιμονισμός. Ηταν κυρίως η ατολμία μας να κοιτάξουμε μέσα μας, ή να κοιτάξουμε κατάματα τα παιδιά μας ή να εμβαπτιστούμε σε προγονικά νάματα αξιών και εμπειριών πολύτιμων.
Μη σας τύχει ποτέ Κατοχή, λέγανε οι γονείς μας και ’μείς γελούσαμε σαν μπανταβά την κάθε μέρα, με τον Μαρξ υπό μάλης κι έναν τύφο στο μυαλουδάκι μας (σοσιαλιστές με αριστοκρατικές επιθυμίες· νομίζαμε ότι μπορούσαμε να κουρεύουμε τ’ αυγό, πολλοί το πιστεύαμε κιόλας). Δεν μας πρέπει μια νέα οικονομική Κατοχή. Πολλοί δεν θα την αντέξουν. Η συγκυβέρνηση έχει πολλές ευθύνες, αφού πράττει μόνη της, έστω και με δημοψηφίσματα. Ιδού η Ευρώπη, ιδού και το πήδημα.
