Το πολιτικό κλίμα έχει σαφώς αλλάξει, μαζί του και οι κοινωνικές σχέσεις, ο πολιτισμός (!), η ατμόσφαιρα γενικά. Οσοι έχουν δουλειά πηγαίνουν και εργάζονται, πολλοί κυκλοφορούν άσκοπα στην πόλη, παραμιλώντας ή παίζοντας θέατρο με τον εαυτό τους, χειρονομώντας, χωρίς να ενοχλούν. Η ζέστη βαράει κατακούτελα, τυχεροί όσοι μπορούν κάπως να δροσιστούν ψυχαγωγούμενοι, καθήμενοι σ’ ένα μικρό καφέ. Απούσα η καλή διάθεση για κουβεντούλα, ούτε καν βλέμματα ανταλλάσσονται. Το ενδιαφέρον χάθηκε.
Εχουν λυσσάξει εκείνοι στο Ποτάμι να εκδιωχθεί η Ζωή Κωνσταντοπούλου από τη Βουλή! Τους λυπάμαι. Δεν μπορούν να χωνέψουν ότι υπάρχουν ελεύθερες και ανεξάρτητες πολιτικές οντότητες που μεριμνούν για τους θεσμούς και τη δημοκρατία. Τους είναι αδιανόητο ότι η πρόεδρος της Βουλής έχει το σθένος και την επιστημονικότητα και λέει «όχι» στη νεοευρωπαϊκή βαρβαρότητα και χυδαιότητα.
Η λύσσα τους είναι ανερμήνευτη, ειδικά αυτού του νιάνιαρου της εν θέα πολιτικής, του αρχηγού ήγουν του Ποταμιού. Δεν υπάρχει κάνας ώριμος στο κίνημα να τον συμβουλεύσει ότι οφείλει να δείχνει σεβασμό στους θεσμούς;
Να τι εικάζω. Φουντωμένος από τη ματαιοδοξία, έχοντας καβαλήσει τον κάλαμο δηλαδή, νόμισε ότι θα μπει στη Βουλή και θα φέρει τα πάνω κάτω, μαθημένος από την ευκολία της επιτυχίας που του είχε προσφέρει η συνεπής θητεία του στο life style. Θεώρησε δηλαδή ο νήπιος θεσμικά Θεοδωράκης ότι όλα είναι χα χα χα και φρου φρου κι αρώματα. Ετσι εξηγείται ότι δεν σέβεται τα μεγέθη της πολιτικής σκηνής. Τα καλά αποτελέσματα των εκλογών φαίνεται του θόλωσαν το μυαλό και αμέσως έκοψε καπίστρι. Αντε να συγκρατηθεί μετά.
Αλλά θα συγκρατηθεί, μάλιστα προβλέπω ότι θα σπάσει τα μούτρα του, διότι ουδέν καινόν κόμισε ο ίδιος και η παρέα του σε ώριμες εναλλακτικές μορφές διακυβέρνησης. Καινόκενος ο λόγος του αλλά και το στήσιμό του φανερώνει πλέον το ψευδές επικάλυμμα του μεταρρυθμιστή και του πολέμιου τάχα του παλαιού πολιτικού συστήματος.
Αερολογεί ευρωπαϊστικά και ονειρεύεται παλαιοκομματικά. Αυτά όμως προκαλεί ο τύφος που καταλήγει ύβρις και, ως γνωστόν (Ηράκλειτος) ύβριν χρη σβεννύναι μάλλον ή πυρκαϊήν, αγαπητέ.
Λίγο ώς πολύ έτσι νιώθουν σχεδόν άπαντες οι γενναίοι της Βουλής. Εχουν βγει από τα ρούχα τους αντιμετωπίζοντας τους θεσμούς που λειτουργούν (πλέον). Πώς να καταπιούν τη χολή τους;
Πώς να κρύψουν ότι είναι ανενημέρωτοι, ότι είχαν συνηθίσει να ψηφίζουν χωρίς να διαβάζουν, ότι υπάρχουν συνάδελφοί τους που αφιερώνουν τις περισσότερες ώρες της ζωής τους για να διασώσουν ό,τι μπορεί να σωθεί από μια χρεοκοπημένη χώρα που έχει προσέτι απολέσει την εθνική της κυριαρχία; Ξέρουν δε πολύ καλά ποιοι οδήγησαν τη χώρα σε τούτη την άβυσσο· πολύ καλά.
