Για τους νέους φιλόδοξους ερμηνευτές η αναμέτρηση με τον Νατ Κινγκ Κόουλ είναι συνηθισμένη. Συχνά μοιάζει σαν εξετάσεις για το τζαζ πτυχίο. Από τα τραγούδια του «πέρασαν» πολλοί. Υπάρχουν όμως και κάποιοι που δεν τον χρησιμοποιούν μόνο ως όχημα, αλλά σκύβουν επάνω στην ερμηνεία του σαν άσκηση ερμηνείας. Ενας από αυτούς επισκέπτεται την Ελλάδα σύντομα. Ο Χιου Κόλτμαν φιλοξενείται στο φεστιβάλ Jazz on the Hill στη Σάνη.
Ερχεται στη χώρα μας πρώτη φορά. Κι εκτός από ιστορίες ελληνικής μυθολογίας, που μάθαινε στο γυμνάσιο, και τις φήμες για το «φανταστικό»–όπως λέει– ελληνικό φαγητό, λίγα πράγματα ξέρει για μας. Θα γνωριστούμε καλύτερα σε μια εβδομάδα από σήμερα, την επόμενη Παρασκευή 17 Ιουλίου, που ανεβαίνει στον Λόφο της Σάνης για να παρουσιάσει τη μουσική παράσταση «Shadows – Songs of Nat King Cole». Ενα αφιέρωμα στον αγαπημένο καλλιτέχνη της μητέρας του κι εκείνον που γέμισε τραγούδια το παιδικό του σάουντρακ.
«Οι μνήμες από τον Κόουλ είναι αρκετά ασαφείς στην πραγματικότητα», λέει. «Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες ιστορίες να ανακαλέσω. Είναι περισσότερο μια αίσθηση της παρουσίας και της οικειότητας που αισθάνομαι, όταν ακούω τη φωνή του. Δυσκολεύτηκα πολύ να διαλέξω ποια κομμάτια θα βάλω στο πρόγραμμα, γιατί το ζητούμενο δεν ήταν μόνο να προέρχονται από το ρεπερτόριο του ίδιου καλλιτέχνη, αλλά να συνδέονται μουσικά και στιχουργικά. Εβαλα αρχικά μερικά από τα λεγόμενα μεγάλα τραγούδια του, όπως τα «Mona Lisa», «Nature Boy» ή το «Smile» κι ύστερα πρόσθεσα κάποια λιγότερο γνωστά, όπως το «The Shadows» ή το «Morning Star».
• Δεν είναι πιο εύκολο για έναν τζαζίστα να κάνει ένα αφιέρωμα σε έναν μουσικό θρύλο από το να προσπαθήσει να βρει νέα «κλασικά» τραγούδια;
Είμαι Jazzman και όχι υπέρμαχος της τζαζ καθαρότητας. Τα τελευταία 20 χρόνια έχω ηχογραφήσει επτά διαφορετικά άλμπουμ. Δεν αγαπώ τις μουσικές «ταξινομήσεις», καθώς εμπνέομαι από πολλά διαφορετικά στιλ στη μουσική μου. Ηταν μόλις η δεύτερη φορά που συμμετείχα σε άλμπουμ αφιερωμένο σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Είναι εξαιρετικά ευχάριστη η διαδικασία ηχογράφησης σπουδαίων τραγουδιών, ανεξάρτητα από το ποιος τα έχει συνθέσει και ποιος τα έχει αποθεώσει. Παρεμπιπτόντως, ο ίδιος ο Νατ Κινγκ Κόουλ δεν έγραψε σχεδόν κανένα από αυτά τα τραγούδια. Οπως και το σύνολο του ρεπερτορίου του, έτσι κι αυτός ο δίσκος αποτελείται από τραγούδια που έγραψαν άλλοι για εκείνον.
Ο 43χρονος Βρετανός Χιου Κόλτμαν είναι σήμερα ένας από τους πλέον ανερχόμενους ερμηνευτές. Αλλά πέρασε από διάφορες «μπόρες» πριν τον ανακαλύψει ο θρυλικός παραγωγός Μάικ Βέρνον, γνωστός από τις συνεργασίες του με τον Ντέιβιντ Μπάουι, τον Ερικ Κλάπτον κ.ά. Αρκετά μικρός, για παράδειγμα, εγκατέλειψε την πατρίδα του και μετακόμισε στη Γαλλία, όπου δοκιμάστηκε ως μουσικός στους δρόμους του Παρισιού.
«Η γιαγιά μου, με την οποία έζησα από 7 ετών μέχρι τα 20 μου χρόνια, είχε περάσει μέρος της ζωής της στο Παρίσι και πολύ συχνά μου μιλούσε για την πόλη», μας λέει. «Οταν έφυγα από τους Hoax, το συγκρότημα που επί 8 χρόνια στέγασε τα συναυλιακά και δισκογραφικά μου όνειρα, ένιωσα ότι έπρεπε να αποχωριστώ τη μικρή κοινότητα όπου είχα ζήσει και να βγω στον κόσμο. Η Γαλλία έμοιαζε φυσική επιλογή. Εκτός των άλλων, αγαπούσα πάντα και τη γλώσσα. Η οικογένειά μου γενικά έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις επιλογές μου. Και οι δύο γονείς μου έπαιζαν σε ορχήστρες κι έτσι τόσο εμένα όσο και τον αδελφό μου, όταν ήμασταν μικροί, μας ενθάρρυναν να συμμετέχουμε σε καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Μέχρι σε σχολή μπαλέτου είχα γραφτεί, αλλά ήταν μια πραγματική καταστροφή. Τέλος πάντων, η έκθεση σε τόσα διαφορετικά είδη τεχνών είναι τεράστιο και πολύτιμο δώρο που ελπίζω να χαρίσω κι εγώ με τη σειρά μου στα παιδιά μου. Ενας από τους καλύτερους φίλους μου, ο Τζέσε Ντέιβι από τους Hoax, ήταν επίσης μεγάλη επιρροή. Θαύμαζα πάντα την αφοσίωσή του στη μουσική και τις προσπάθειες που κατέβαλε να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του κινηματογραφιστή, του σκηνοθέτη, του ηχολήπτη. Νομίζω εκείνος περισσότερο από όλους μου δίδαξε ότι οι μόνοι περιορισμοί που έχουμε είναι αυτά που επιβάλλουμε στον εαυτό μας».
• Και γιατί η πρώτη σας επιλογή ήταν να παίζετε στους δρόμους;
Την πρώτη μου νύχτα στο Παρίσι γνώρισα στον ξενώνα κάποιον με τον οποίο έπαιξα μουσική και τραγούδησα. Αυτός μου πρότεινε να πάω μαζί του για να παίξω στο μετρό. Ηταν αδιανόητο. Είχα μόλις επιστρέψει από sold out περιοδεία με το συγκρότημά μου, είχα κυκλοφορήσει δύο άλμπουμ, αλλά τόλμησα να παίξω χωρίς φώτα και σύστημα ήχου, να ζήσω την αίσθηση της γύμνιας. Ενιωσα πως αν μπορούσα να παίξω σε αυτή την κατάσταση, θα γινόμουν ισχυρότερος ως ερμηνευτής και καλλιτέχνης.
