Σε ότι αφορά το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, θα μπορούσε κανείς να πει: εάν δεν υπήρχε ο Βόισλαβ Σέσελι, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε. Η δίκη του είναι μοναδική από πολλές απόψεις.
Πριν από ένα χρόνο, ένας από τους δικαστές του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο Δανός δικαστής Frederik Harhoff, έγραψε ένα κείμενο στο οποίο είχε επικρίνει την αλλαγή πολιτικής δικαστηρίου αναφορικά με την «διοικητική ευθύνη», διότι στις τελευταίες υποθέσεις μερικοί και μάλιστα πολύ γνωστοί κατηγορούμενοι, αθωώθηκαν επειδή οι δικαστές έκριναν ότι δεν υπάρχει χώρος για την εφαρμογή της «διοικητικής ευθύνης».
Και το παράδοξο είναι ότι τα προηγούμενα δεκαπέντε χρόνια το ίδιο δικαστήριο με συνέπεια και θάρρος τηρούσε αυτή την αρχή και επί τη βάσει της καταδίκασε πολλούς κατηγορούμενους σε δεκαετίες φυλάκισης.
Να θυμίσουμε ότι «διοικητική ευθύνη» σημαίνει ότι ένας στρατιωτικός διοικητής είναι ένοχος εάν σε οποιαδήποτε στιγμή έμαθε ότι οι στρατιώτες που βρίσκονταν υπό τη διοίκησή του έπραξαν εγκλήματα πολέμου και δεν κίνησε τη διαδικασία εναντίων τους.
Η συνεπής εφαρμογή αυτής της αρχής θα σήμαινε ότι πολλοί που ήταν αξιωματικοί κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων στα εδάφη της πρώην Γιουγκοσλαβίας είναι εγκληματίες πολέμου – το ίδιο ένοχοι θα ήταν και πολλοί Αμερικανοί, Ισραηλινοί, Ρώσοι ή Ουκρανοί συναδέλφοί τους.
Φαίνεται όμως πως επειδή Πεντάγωνο και Ισραήλ φοβήθηκαν ότι στο μέλλον θα μπορούσε αυτή η αρχή να στραφεί ενάντια στους δικούς τους στρατιωτικούς, με τις τελευταίες αθωωτικές αποφάσεις στη Χάγη άνοιξε ο δρόμος για την μη εφαρμογή της διοικητικής ευθύνης.
Ο Βόισλαβ Σέσελι ζήτησε την εξαίρεση του δικαστή Harhoff επειδή εξέφρασε τη θέση του και ως εκ τούτου, έπαψε να είναι αντικειμενικός.
Όλοι όσοι ασκούν δικηγορία για περισσότερο από τρεις μήνες γνωρίζουν ότι οι αιτήσεις για εξαίρεση δικαστή συνήθως απορρίπτονται με συνοπτικές διαδικασίες.
Η συγκεκριμένη, όμως, υιοθετήθηκε,και μάλιστα λίγο πριν την ανακοίνωση της απόφασης γεγονός που έφερε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση το Δικαστήριο ενισχύοντας τις υπόνοιες περί αμερικανοισραηλινής παρέμβασης.
Η μόνη νομικά σωστή λύση , να ξεκινήσει δηλαδή η δίκη από το μηδέν θα ήταν εν προκειμένω παράλογη διότι η κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου “εγγυάται” ότι η διαδικασία δεν θα ολοκληρωνόταν.
Μετά τον Σλομπόνταν Μιλόσεβιτς, το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται το Δικαστήριο είναι να πεθάνει στο κελί του και ο δεύτερος πιο γνωστός κατηγορούμενος.
Να σημειωθεί ότι και οι δυο τους αρνήθηκαν τη βοήθεια δικηγόρου και υπερασπίστηκαν τον εαυτό τους μόνοι τους, μετατρέποντας την αίθουσα του δικαστηρίου σε πολιτικό θέατρο, αλλά και φέρνοντας πολύ συχνά τους εισαγγελείς σε δύσκολη θέση αποκαλύπτοντας κάποια ψέματα των μαρτύρων κατηγορίας, και μάλιστα μπροστά σε κάμερες και δημοσιογράφους.
Το δικαστήριο βρήκε τελικά μια σολομώντεια λύση μπροστά στο αδιέξοδο που δημιουργήθηκε στη δίκη του Σέσελι: να διαβάσει τα έγγραφα της υπόθεσης ο αναπληρωτής δικαστής και στη συνέχεια να λάβει μέρος στις συζητήσεις και στην διαμόρφωση της απόφασης. Ανεξάρτητα από το τι έκανε ο κατηγορούμενος στη δεκαετία του ενενήντα, αυτό αποτελεί ένα κακό προηγούμενο που, για μια ακόμη φορά, θέτει ένα μεγάλο ερωτηματικό για τη δικαιοσύνη της Χάγης.
Το πιο πρόσφατο παράδειγμα της μοναδικότητας αυτής της υπόθεσης είναι η σύγκρουση του εισαγγελέα και του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σχετικά με το αν ο Σέσελι πρέπει να επιστρέψει στη μονάδα κράτησης στο Σεβένινγκεν.
Μόλις λίγους μήνες μετά την κατάργηση της προφυλάκισής του, ο γενικός εισαγγελέας Μπράμερτς ζήτησε από το δευτεροβάθμιο δικαστικό συμβούλιο την επιστροφή του στη φυλακή.
Το δευτεροβάθμιο συμβούλιο, ανεξάρτητα από όλες τις αδυναμίες της πρότασης, συμπεριλαμβανομένης της έλλειψης νομικής βάσης, υιοθέτησε εν μέρει την πρόταση και επέβαλλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να αποφασίσει ξανά σχετικά με την κράτησή του, μετά την εκ νέου ανάλυση όλων των λόγων υπέρ και κατά.
Οι αντιδράσεις του Βόισλαβ Σέσελι και της σερβικής κυβέρνησης ήταν αναμενόμενες.
Ο κατηγορούμενος είπε πως ούτε που το σκέφτεται να παραδοθεί οικειοθελώς στο απεχθές δικαστήριο και ότι θα του άρεσε πολύ να τον εκδώσουν ο Σέρβος πρόεδρος Τόμισλαβ Νίκολιτς και ο πρωθυπουργός Αλεξάνταρ Βούτσιτς, οι πιο στενοί συνεργάτες του, δηλαδή, από την περίοδο που κατηγορείται ότι είχε διαπράξει εγκλήματα πολέμου – άρα και οι ενδεχόμενοι συνεργοί του.
Η σερβική κυβέρνηση χρησιμοποίησε αυτή την θαυμάσια ευκαιρία να αυξήσει την ήδη πολύ υψηλή δημοφιλία της, κηρύσσοντας την απόφαση του εφετείου ως άλλη μια συνωμοσία της Δύσης εναντίον της Σερβίας.
Απρόσμενη ήταν, όμως, η αντίδραση του δικαστή του πρωτοβάθμιου δικαστικού συμβουλίου, Αντοανέτι, ο οποίος δεν ακολούθησε τις διαταγές του δευτεροβάθμιου οργάνου, αλλά ζήτησε τη γνωμοδότηση των γιατρών του Σέσελι σχετικά με την κατάσταση της υγείας του.
Ο Σέσελι απαγόρευσε ρητά τους γιατρούς του να ενημερώσουν το δικαστήριο για την υγεία του κι αυτοί τον υπάκουσαν .
Δεν παράλειψαν, όμως, να ενημερώσουν σχετικά τη σερβική κοινή γνώμη, αφού γι’ αυτό είχαν πάρει πράσινο φως ο καρκίνος από τον οποίο πάσχει έχει εξαπλωθεί και ο ίδιος δηλώνει ότι, αν εκδοθεί στη Χάγη, θα αρνηθεί να υποβληθεί σε χημειοθεραπεία.
Σύμφωνα με τελευταίες ειδήσεις, μετά την καινούργια αίτηση του εισαγγελέα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε ότι ο Σέσελι πρέπει να επιστρέψει στη φυλακή.
Πριν 10 ημέρες, ο πρωθυπουργός Αλεξάνταρ Βούτσιτς επανέλαβε ότι η σερβική κυβέρνηση δεν είχε ούτε Fedex, ούτε DHL, για να παραλαμβάνει και να στέλνει τον Σέσελι σαν βαλίτσα, όποτε το θέλει το δικαστήριο, και ότι ο Σερζ Μπράμερτς θα πρέπει να εξηγήσει τι άλλαξε μετά την απόφαση του δικαστηρίου το φθινόπωρο του περασμένου έτους, όταν ο κατηγορούμενος λόγω ασθένειας επέστρεψε στη Σερβία.
Αναμένεται ότι η σερβική κυβέρνηση τελικά θα ικανοποιήσει το αίτημα της Χάγης, αλλά θα προσπαθήσει να βρει το πιο κατάλληλο τρόπο και χρόνο.
Η δημοφιλία του Σερβικού Ριζοσπαστικού Κόμματος, του οποίου ο Βόισλαβ Σέσελι είναι ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός, αυξήθηκε τους τελευταίους μήνες, όμως, αν η κυβέρνηση παίξει καλά το ρόλο της στην παράσταση εκδοσης στη Χάγη, το πιο πιθανό είναι ότι το κόμμα θα ξαναπέσει κάτω από το κατώφλι του 5% για την είσοδο στη Βουλή.
* Σέρβος νομικός. Παρακολούθησε επί σειρά ετων τις εργασίες του Διεθνούς Δικαστηρίου ως παρατηρητής, αλλά και ως συνήγορος υπεράσπισης
Μετάφραση από τα Σερβικά: Σιμωνίδα Αργυράκου
