Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Ευρωπαϊκή Ενωση, η ευρωζώνη, τα όργανά τους και οι αξιωματούχοι τους ξέρουν να κάνουν πολύ καλά ένα πράγμα: να παίζουν με τις λέξεις και τις διαθέσεις. Η πορεία των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ελλάδας, των θεσμών και των εταίρων της άλλαξε στιλ ουκ ολίγες φορές τις τελευταίες ημέρες. Ιδιαίτερα -δε- μετά την απόφαση της Αθήνας να προχωρήσει σε δημοψήφισμα αναφορικά με τις προτάσεις των θεσμών, οι δημόσιες τοποθετήσεις των κορυφαίων «παικτών» έγιναν πιο προσεκτικές και λιγότερο «τελεσιγραφικές», αν και το ίδιο σκληρές στην ουσία των πραγμάτων.

Στις 19 Ιουνίου, μερικές ημέρες προτού συνέλθει η σύνοδος κορυφής της ευρωζώνης, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ προχώρησε σε μια δήλωση που ουσιαστικά λειτουργούσε ως πολιτικό τελεσίγραφο προς την ελληνική κυβέρνηση. «Βρισκόμαστε κοντά στο σημείο που η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να αποφασίσει, αν θα αποδεχτεί αυτό που πιστεύω ότι είναι μια καλή προσφορά για τη συνέχιση της στήριξης ή να οδεύσει προς τη χρεοκοπία», είχε αναφέρει σε επίσημη βιντεοσκοπημένη δήλωση. Είχε τονίσει μάλιστα ότι «στο τέλος της ημέρας αυτή μπορεί -και πρέπει- να είναι μόνο μια ελληνική απόφαση», ενώ είχε καλέσει την ελληνική πλευρά «να σκεφτεί σοφά».

Λίγες ημέρες μετά, στις 22 Ιουνίου, ο Τουσκ επαναλάμβανε προς την Αθήνα το μήνυμα ότι πρέπει να παύσει τον «πολιτικό τζόγο», σημειώνοντας παράλληλα ότι οι προτάσεις της ελληνικής πλευράς είναι μεν καλές, αλλά χρειάζονται περαιτέρω επεξεργασία από τους θεσμούς. Την εκτίμηση περί επαρκούς βάσης για τη συνέχιση των συνομιλιών είχε μοιραστεί ο Γερούν Ντάισελμπλουμ, λέγοντας ότι αυτή είναι και η άποψη των θεσμών, αλλά και ο Πιερ Μοσκοβισί. Ωστόσο, η συνέχεια δεν ήταν η αναμενόμενη, καθώς οι θεσμοί άλλαξαν τελείως τις προτάσεις και τον χαρακτήρα ενός -ούτως ή άλλως επώδυνου και δύσκολου- προγράμματος που πρότεινε η ελληνική πλευρά.

Από εκείνο το σημείο και μετά ξεκίνησαν οι συζητήσεις μεταξύ του Αλέξη Τσίπρα και υπουργών με τους επικεφαλής των θεσμών. Ανταλλάχθηκαν πολλές προτάσεις για ισοδύναμα, με το ΔΝΤ να παραμένει άτεγκτο στις σκληρές του απαιτήσεις. Το «ρήγμα» ήρθε, όταν διαφάνηκε την περασμένη Πέμπτη ότι οι θεσμοί δεν έχουν τη διάθεση να αποδεχτούν το κείμενο που παρέδωσε η ελληνική πλευρά με τις τελευταίες αλλαγές. Ο δε Ντόναλντ Τουσκ είπε εκείνη την ημέρα στον Αλέξη Τσίπρα στη σύνοδο κορυφής ότι «το παιχνίδι τελείωσε».

Την Παρασκευή 26 Ιουνίου, πλήθος Ευρωπαίων ηγετών και υπουργών Οικονομικών μοιράστηκαν την ίδια εκτίμηση με την Ανγκελα Μέρκελ και τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Η μεν καγκελάριος είπε ότι «το [σ.σ. περασμένο πλέον] Σάββατο πρέπει να υπάρξει τελική λύση», ενώ ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών είχε πει ότι «η ελληνική πρόταση δεν είναι αξιόπιστη». Υπενθυμίζεται -δε- ότι ο Γερούν Ντάισελμπλουμ μετέφερε την άποψη του Γιούρογκρουπ ότι «οι θεσμοί πρέπει να αξιολογήσουν τις τελευταίες προτάσεις των ελληνικών αρχών» και κάλεσε τις ελληνικές «αρχές να αποδεχτούν την πρόταση των θεσμών», η οποία θα δινόταν το Σάββατο στο Γιούρογκρουπ στην τελική της μορφή.

Το Γιούρογκρουπ Σαββάτου

Για το τι συνέβη στις Βρυξέλλες προχθές πολλά ειπώθηκαν. Η διαδικασία, όπως μεταφέρεται στην «Εφ.Συν.» από Ελληνα παράγοντα που την παρακολούθησε, είναι ενδεικτική: «Ο Ντάισελμπλουμ κατά τη διάρκεια του Γιούρογκρουπ είπε ότι θα υπάρξουν δύο διαδικασίες. Η μία θα αφορά το ενδεχόμενο παράτασης και η δεύτερη τις υπόλοιπες χώρες, πλην της Ελλάδας, και θα περιστρέφεται γύρω από τις επιπτώσεις στις υπόλοιπες χώρες. Μας είπαν [σ.σ. στην ελληνική αντιπροσωπεία] ότι δεν χρειάζεται να μείνουμε. Εμείς ξεκαθαρίσαμε ότι τα συμπεράσματα του Γιούρογκρουπ δεν θα τα υπογράψουμε και ακολούθησε η κλασική διαδικασία συγγραφής της ανακοίνωσης. Δύο λεπτά προτού ολοκληρώσουν την ανακοίνωση, αφού μαζέψαμε τα πράγματά μας, βγήκαμε από την αίθουσα».

Ο Γερούν Ντάισελμπλουμ στις ενδιάμεσες δηλώσεις του, πριν από την έναρξη της συνάντησης των «18», εξαπέλυσε επίθεση κατά της ελληνικής κυβέρνησης, λέγοντας ότι «εκπλαγήκαμε αρνητικά από τα βήματα που έκανε η ελληνική κυβέρνηση χθες βράδυ», εννοώντας την απόφαση για δημοψήφισμα. Είπε μάλιστα ότι οι θεσμοί «έκαναν χρήση στο μάξιμουμ της ευελιξίας» που επιτρέπει το Γιούρογκρουπ και ισχυρίστηκε, εν αντιθέσει με ό,τι είχε πει μόλις πριν, ότι «οι προτάσεις δεν ήταν τελικές».

Τι είπαν οι «18»

Οταν έκλεισαν οι πόρτες και παρέμειναν στην αίθουσα οι υπόλοιποι 18 υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης, εκτυλίχθηκε -σύμφωνα με πληροφορίες- μια συζήτηση γεμάτη ένταση. Ο Μάικλ Νούναν, ο Ιρλανδός υπουργός, ήταν εκείνος που ύψωσε τους τόνους ενάντια στον σκληρό πυρήνα γύρω από τη Γερμανία, λέγοντας ότι «είναι απαράδεκτο να μιλάμε για έξοδο μιας χώρας από την ευρωζώνη» και πως «τα πράγματα είναι πολύ επικίνδυνα». Ο Νούναν αναγνώρισε σε κατοπινές δηλώσεις του ότι νιώθει συμπόνια για τους Ελληνες, σημείωσε ότι «μπαίνουμε σε αχαρτογράφητα νερά» και πως αντίστοιχα δεν θα του «άρεσε αν οι Ελληνες άρχιζαν να μου λένε τι να κάνω».

Πολύ εκνευρισμένος ήταν -σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες- και ο Μισέλ Σαπέν. Ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών φέρεται να αντέδρασε έντονα γι’ αυτή τη συζήτηση μεταξύ των «18» και για το γεγονός ότι δεν προσεκλήθη η ελληνική αντιπροσωπεία. «Ο,τι έγινε σήμερα, δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα έφυγε από το ευρώ» είπε έπειτα σε συνέντευξη Τύπου και προσφέρθηκε «να βοηθήσει τις δύο πλευρές να φτάσουν σε συμφωνία».

Πιο ήπιος ήταν ο Πιερ Κάρλο Παντοάν, εμμένοντας στο γεγονός ότι τα όποια βήματα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικά, διότι ελλοχεύουν κίνδυνοι. Σε δηλώσεις του είπε ότι η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ θα συνεπαγόταν ορισμένες αναταραχές στις αγορές ομολόγων και υπογράμμισε ότι τάσσεται «υπέρ της συνέχισης του διαλόγου».

Η αναδίπλωση

Η συνεδρίαση των «18» και οι εκατέρωθεν βολές φαίνεται ότι επηρέασαν σημαντικά τους Ευρωπαίους αξιωματούχους. Ο μεν Γερούν Ντάισελμπλουμ στις βραδινές δηλώσεις του επέμεινε ότι ο Γιάνης Βαρουφάκης έφυγε οικειοθελώς από τη συνεδρίαση, ενώ επιχείρησε να πείσει τους δημοσιογράφους ότι η ευρωζώνη είναι περισσότερο προστατευμένη. Η γλώσσα που χρησιμοποίησε πάντως ήταν πολύ πιο ήπια. Είπε ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα εργαλεία, για να διασφαλιστεί η «ακεραιότητα και η σταθερότητα της ευρωζώνης», κρατώντας έτσι ισορροπίες για όσους δεν επιθυμούν την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ.

Πιο χαρακτηριστική ήταν πάντως η δήλωση του Ντόναλντ Τουσκ. «Η Ελλάδα παραμένει και πρέπει να παραμείνει μέλος της ευρωζώνης. Βρίσκομαι σε επαφή με ηγέτες, προκειμένου να διασφαλιστεί η ακεραιότητα της ευρωζώνης των 19 χωρών», είπε σε πνεύμα εντελώς αντίθετο σε σχέση με το τι διαμήνυε μία εβδομάδα νωρίτερα.