«Είναι ζωτικής σημασίας τα ΜΜΕ να ανακτήσουν γρήγορα τη χαμένη αξιοπιστία τους και να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού, επιστρέφοντας στις ρίζες της δημοσιογραφίας, ορίζοντας υψηλής αξίας αυτοδεσμευτικά πλαίσια». Αυτό σημειώνει ο δημοσιογράφος Βασίλης Βασιλόπουλος, το βιβλίο του οποίου με τίτλο «Πρότυπα Ποιότητας στα ΜΜΕ – Εχουν νόημα;» (εκδόσεις Ταξιδευτής) παρουσιάζεται αύριο (12.00) στην ΕΣΗΕΑ. Τη συζήτηση θα συντονίσει η συνάδελφος Σόνια Χαϊμαντά, ενώ παρεμβάσεις θα κάνουν οι πρόεδροι: Δ. Κουμπιάς (ΠΟΕΣΥ), Μαρία Αντωνιάδου (ΕΣΗΕΑ), Μ. Γκανάς (ΕΠΗΕΑ) αλλά και οι Β. Δασκαλόπουλος (Δ.Σ. Asset Ogilvy), Μ. Νόττας (επικεφαλής MA QJNT), Γ. Παναγιωτόπουλος (πανεπιστημιακός, τ. ΓΓΕ), ενώ θα μιλήσουν και οι Χριστόφορος Βερναρδάκης (πανεπιστημιακός, γ.γ. Συντονισμού Κυβερνητικού Εργου) και Κατερίνα Σαρικάκη (καθηγήτρια Media Governance Πανεπιστημίου Βιέννης). Ο Βασίλης Βασιλόπουλος διδάσκει στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Ποιοτική Δημοσιογραφία και Νέες Τεχνολογίες» και μας παραχώρησε ένα τμήμα από το βιβλίο του, το οποίο και προδημοσιεύουμε…
Πολλές φορές ο διαχωρισμός ανάμεσα στα δημόσια και τα ιδιωτικά Μέσα ενημέρωσης εστιάζει στο επίπεδο της ιδιοκτησίας, τη μορφή της διοίκησης και τη διαφορετικότητα στις δομές και τις λειτουργίες των Μέσων αυτών. Αυτή, ωστόσο, είναι μια επιφανειακή προσέγγιση, καθώς οι δηλώσεις αποστολής αφορούν περισσότερο στο είδος και την ποιότητα του περιεχομένου.
Ενώ θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε γενικώς ότι όλα τα Μέσα έχουν ένα καθήκον απέναντι στην κοινωνία των πολιτών και προάγουν το δημόσιο συμφέρον, θα ήμασταν αντιμέτωποι με την πρόκληση να μετρήσουμε τα διαφορετικά στάδια και επίπεδα στις διαδικασίες παραγωγής περιεχομένου που οδηγούν τους δημόσιους φορείς στο να εστιάζουν στην κοινωνία και τον πολιτισμό, και τους ιδιωτικούς που παράγουν σχεδόν αποκλειστικά περιεχόμενο που χαρακτηρίζεται ανταγωνιστικό, αλλά στην πραγματικότητα είναι προφανές ότι έχει εμπορικό χαρακτήρα.
Αλλωστε, οι δημόσιες επιχειρήσεις Μέσων ενημέρωσης είναι οι μόνες που έχουν ανεπτυγμένο, αλλά και κυρίως δεσμευτικό πλαίσιο αποστολής έναντι των αντίστοιχων φορέων του ιδιωτικού τομέα που επιδιώκοντας το κέρδος χάνουν τη δυνατότητα να αναγνωρίζονται ως πρότυπες δομές.
Μια σχετικά επιφανειακή εξέταση των διακηρυγμένων αρχών στα Μέσα της Κεντρικής, Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης δείχνει ότι τα παραπάνω ισχύουν με εξαίρεση τις πολύ ανταγωνιστικές δομές ποιότητας που ενσωματώνουν Ποιοτικά Συστήματα και Εκδοτικούς Κανόνες που παράγουν δημόσια αξία (public value) από Μέσα ενημέρωσης όπως ο Guardian, η Le Monde, η El Pais και άλλα. Από την άλλη πλευρά, η απόλυτη επιβεβαίωση της θεωρίας ότι τα δημόσια Μέσα θέτουν υψηλότερους ποιοτικούς στόχους από τα ιδιωτικά, προκύπτει κάθε φορά σαν εποχικό γεγονός, όταν σε χώρες της Κεντρικής, Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης η εξουσία πνίγει την ανεξαρτησία των δημόσιων Μέσων και συρρικνώνει τις δομές τους προς όφελος του ιδιωτικού τομέα.
Σε έρευνα του 2011 των Rodney Benson και Matthew Powers του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης με τίτλο «Δημόσια Μέσα και Πολιτική Ανεξαρτησία», καταγράφεται το πρόβλημα της στήριξης των Δημόσιων Φορέων Ενημέρωσης. Το Nieman Lab πρόβαλε το θέμα της υποχρηματοδότησης των δημόσιων Μέσων μέσα και από συγκρίσεις της έρευνας με τα δεδομένα σε άλλες χώρες και δη ευρωπαϊκές.
Στις ΗΠΑ η κατά κεφαλήν δαπάνη για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση είναι 4$ (συνάγεται κατ’ εκτίμηση). Η πλέον υποχρηματοδοτούμενη. Η έρευνα δείχνει αρκετά καθαρά ότι η δημόσια τηλεόραση, έχει την καλύτερη ποιότητα των ειδήσεων. Στη Δανία, τη Φινλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ, ενημερώνονται καλύτερα οι πολίτες και ενθαρρύνονται για περισσότερη τηλεθέαση ειδήσεων.
Οι πιο αξιόπιστοι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς είναι εκείνοι που θεωρούνται ότι είναι πιο κοντά στο κοινό και πιο απομακρυσμένοι από την κυβέρνηση και τους διαφημιστές. Σε ορισμένες χώρες οι κρατικές πιστώσεις είναι πολυετείς δημιουργώντας κάποια προστασία από πολιτικές πιέσεις. Σε χώρες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιαπωνία και οι Κάτω Χώρες, τα δημόσια Μέσα βασίζονται κατά κύριο λόγο στην εκμετάλλευση.
Ρυθμίσεις ανεξαρτησίας των σταθμών από την κυβέρνηση μπορούν να βοηθήσουν να κρατηθεί μακριά η εξουσία από το περιεχόμενο.
Οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί είναι προσανατολισμένοι στη μετάβαση στο Internet. Κάποιοι, όπως το BBC, είναι πρωτοπόροι. Κρατικές επιδοτήσεις υπάρχουν και στον γραπτό Τύπο.
Οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί, και στην Ευρώπη, αντιμετωπίζουν πίεση από το εμπορικό περιβάλλον και βρίσκονται μεταξύ της προσπάθειας να εκπληρώσουν τη δημόσια αποστολή τους και να ανταγωνίζονται σε μεγάλα ακροατήρια.
Η οικονομική κρίση των τελευταίων ετών ανέδειξε πολλά ζητήματα κρατικών παρεμβάσεων στην πρώην Γιουγκοσλαβία και γενικότερα τη Βαλκανική αλλά και την Ιβηρική χερσόνησο, όπου τα δημόσια Μέσα της Ισπανίας και της Πορτογαλίας με το πρόσχημα της οικονομίας κλίμακας και της απειλής της χρεοκοπίας των χωρών απειλήθηκαν από καταστάσεις αντίστοιχες με το κλείσιμο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης […]
