Δεκάδες χιλιάδες άτομα πήραν μέρος, τα ξημερώματα της Δευτέρας, σε πορεία και λαμπαδηφορία αλληλεγγύης, έξι χρόνια μετά τον φονικό σεισμό της Λ’ Ακουιλα, στην κεντρική Ιταλία.
Τη νύχτα της 6ης Απριλίου του 2009, από το χτύπημα του Εγκέλαδου έχασαν τη ζωή τους 309 άνθρωποι, τραυματίστηκαν χίλιοι πεντακόσιοι και εβδομήντα χιλιάδες έμειναν άστεγοι.
Οι κάτοικοι της πρωτεύουσας της κεντρικής αυτής περιφέρειας της Ιταλίας -του Αμπρούτσο- έδειξαν τεράστια αξιοπρέπεια και υπομονή. Οι περισσότεροι μετακόμισαν εκτός πόλης, στις νέες συνοικίες που τους έφτιαξε η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι. Μια λύση καλύτερη, πιθανότατα, από την ατελείωτη παραμονή στα κοντέινερ, όπως είχε συμβεί σε άλλες περιπτώσεις στη νότια Ιταλία.
Δεν έλειψαν, όμως, κάποια άλλα προβλήματα: γύρω από τα νέα αυτά κτίσματα δεν υπάρχει ίχνος κοινωνικής ζωής, ούτε καν ένα παντοπωλείο, και οι ηλικιωμένοι, ιδίως, στερούνται τις βασικές ανθρώπινες επαφές. Εκτός του ότι, λόγω κακοτεχνιών, είχαμε και περιπτώσεις στις οποίες κατέρρευσαν ακόμη και τα μπαλκόνια των τριώροφων αντισεισμικών κτιρίων.
Οσο για την πραγματική ανοικοδόμηση, εκείνη του ιστορικού κέντρου της μεσαιωνικής αυτής πόλης, ο δήμαρχός της, Μάσιμο Τσιαλέντε, δηλώνει τώρα ότι, αν οι χρηματοδοτήσεις συνεχιστούν με αδιάκοπο ρυθμό, η ανοικοδόμηση θα μπορέσει να ολοκληρωθεί μέχρι το πολύ το 2020.
Ολοι, όμως, νιώθουν «μετέωροι». Από τους εμπόρους, που δεν μπορούν να ξανανοίξουν τα καταστήματά τους, μέχρι τους κατοίκους, οι οποίοι ξέρουν καλά ότι μια πόλη, όταν το ιστορικό της κέντρο είναι έρημο ουσιαστικά δεν υπάρχει, παύει να υφίσταται.
Στις τριακόσιες εννέα ζωές που χάθηκαν ήταν και εκείνη του Ελληνα φοιτητή Βασίλη Κουφολιά, ο οποίος καταπλακώθηκε από τα συντρίμμια της πολυκατοικίας στην οποία έμενε, δίπλα στο δημοτικό πάρκο της πόλης. «Οι γονείς μας έχουν και πάλι μια βεβαιότητα: πως ούτε απόψε θα μας δουν να επιστρέφουμε σπίτι», έγραψε ένα από τα πανό που κρατούσαν, χθες, οι συγγενείς των τόσων αδικοχαμένων νέων, μαζί με τις φωτογραφίες τους.
Παρά τη βροχή και το κρύο, οι πολίτες της ορεινής αυτής περιοχής της κεντρικής Ιταλίας θέλησαν και πάλι να δώσουν το «παρών» και να ακούσουν, σε αργή ανάγνωση, τα ονόματα όλων των θυμάτων, με το πένθιμο χτύπημα της καμπάνας, στην πλατεία του καθεδρικού ναού της πόλης.
Στην όλη αυτή τραγική υπόθεση, πέρα από τα αναπόφευκτα, δυστυχώς, σκάνδαλα διαφθοράς στα έργα ανοικοδόμησης, προστίθεται και μια άλλη παράμετρος, η οποία αποκαλύπτει το απάνθρωπο πρόσωπο της γραφειοκρατίας: τον περασμένο Δεκέμβριο, το εφετείο της Λ’ Ακουιλα αποφάνθηκε ότι η Επιτροπή Μεγάλων Κινδύνων της Πολιτικής Προστασίας της χώρας δεν φέρει κανενός είδους ευθύνη για τα όσα συνέβησαν την πρωτεύουσα του Αμπρούτσο. Οτι, δηλαδή, τα μέλη της επιτροπής (κυρίως σεισμολόγοι και γεωλόγοι) δεν ευθύνονται για δηλώσεις καθησυχαστικού χαρακτήρα τις ημέρες πριν από τον μεγάλο σεισμό, με τις οποίες πιθανώς απέτρεψαν τους πολίτες από το να ανησυχήσουν ιδιαίτερα και τους ώθησαν να παραμείνουν στην περιοχή.
Η ετυμηγορία αυτή ανέτρεψε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ο υπεύθυνος της Πολιτικής Προστασίας, Φράνκο Γκαμπριέλι, πριν από λίγες μέρες, προχώρησε στην εξής κίνηση: απέστειλε γράμμα σε μέρος των συγγενών των θυμάτων, στο οποίο τους ζητά να επιστρέψουν το ποσό που τους είχε καταβληθεί ως αποζημίωση για τον χαμό των αγαπημένων τους προσώπων.
«Δεν πρόκειται για προσωπική μου επιλογή, είναι αυτό ακριβώς που προβλέπει ο νόμος», δήλωσε ο Γκαμπριέλι. Ο νόμος, όμως, δεν λαμβάνει υπόψη του, προφανώς, ότι πρόκειται για άτομα που έχασαν τους συγγενείς, τις δουλειές τους και, συχνά, κάθε πηγή εισοδήματος. Πώς θα συγκεντρώσουν, λοιπόν, τις είκοσι ή τριάντα χιλιάδες ευρώ που τους είχε δώσει ως αποζημίωση, πριν από δύο χρόνια, το ιταλικό Δημόσιο, για να προσαρμοστούν, τώρα, στις νέες απαιτήσεις της γραφειοκρατίας και στην αλλαγή της κρίσης των δικαστών;
