Στο Ουγιουκάλι, στον περουβιανό Αμαζόνιο, τέσσερις ηγέτες των ιθαγενών «ασένινκας» δολοφονήθηκαν από λαθροϋλοτόμους που εισέβαλαν στα εδάφη τους επωφελούμενοι από την αθέτηση της υπόσχεσης της κυβέρνησης να αναγνωρίσει την ιδιοκτησία των ιθαγενών σε αυτήν τη ζώνη. Τον Αύγουστο στην Αλτα Βεραπάς της Γουατεμάλας η αστυνομία σκότωσε τρεις ιθαγενείς της κοινότητας «μάγια κεκτσί» στη διάρκεια διαμαρτυρίας για τη βίαιη εκδίωξή τους από τα εδάφη τους για να κατασκευαστεί υδροηλεκτρικός σταθμός.
Ο Ντανιέλ Σάντσες Αβεγιάνο ήταν μόλις 19 ετών όταν δολοφονήθηκε από ενόπλους λίγο μετά που και η οικολογική οργάνωση της Κολομβίας στην οποία μετείχε δέχτηκε απειλές γιατί εναντιωνόταν σε τοπικό μεταλλείο.
Ο Μεξικανός δημοσιογράφος Ατίλιο Ρομάν Τιράδο, εμπνευστής εκστρατείας για την αποζημίωση 800 οικογενειών αγροτών των οποίων τα εδάφη πλημμύρισαν λόγω της κατασκευής φράγματος, έχασε τη ζωή του όταν άγνωστος τον πυροβόλησε στο στούντιο, την ώρα που μεταδιδόταν ζωντανά η ραδιοφωνική εκπομπή του.
Ατέρμονος ο κατάλογος που περιλαμβάνεται στην έκθεση «Πόσοι ακόμα;» της διεθνούς οργάνωσης Globel Witness, καθώς περισσότεροι από δύο άνθρωποι την εβδομάδα, 116 συνολικά, δολοφονήθηκαν πέρσι σε 17 χώρες, πληρώνοντας με τη ζωή τους το τίμημα της μάχης για την προστασία των εδαφών τους και του φυσικού περιβάλλοντος από την απληστία του παγκόσμιου ανταγωνισμού για τις πλουτοπαραγωγικές πηγές.
Το 40% των θυμάτων είναι ιθαγενείς, ενώ τα δύο τρίτα αυτών των φόνων ενός ανοιχτού πολέμου για την ιδιοκτησία, τον έλεγχο και τη χρήση της γης διαπράχθηκαν στην Κεντρική και Νότια Αμερική, που πλέον κατακτά τον τίτλο της πιο επικίνδυνης περιοχής για τους υπέρμαχους των δικαιωμάτων των τοπικών κοινωνιών.
Τα ζοφερά πρωτεία κατέχει η Βραζιλία με 29 δολοφονίες, ακολουθούμενη από την Κολομβία με 25 και την Ονδούρα με 12, χώρα ωστόσο η τελευταία που έρχεται πρώτη σε φόνους σε σχέση με την αναλογία του πληθυσμού της.
Συνήθως οι δράστες μένουν στο σκοτάδι, αλλά σύμφωνα με την έκθεση από τα κρούσματα του 2014, δέκα σχετίζονται με παραστρατιωτικές ομάδες, οκτώ με την αστυνομία, πέντε με ιδιωτικούς φρουρούς και τρεις με τον στρατό.
Αν αυτοί πατούν τη σκανδάλη, οι πραγματικοί εγκέφαλοι αυτών των φόνων σπάνια απασχολούν τις ανακριτικές αρχές καθώς είναι μεγαλογαιοκτήμονες, τεράστια επιχειρηματικά συμφέροντα ιδίως στην αγροτοβιομηχανία, τα μεταλλεία και τους υδροηλεκτρικούς σταθμούς, διαπλεκόμενοι πολιτικοί και μέλη του οργανωμένου εγκλήματος.
Είναι ενδεικτικό ότι ναρκέμποροι χρησιμοποιούν μεταλλεία και αγροτοβιομηχανίες για να ξεπλένουν το μαύρο χρήμα τους και οι προασπιστές της κοινοτικής γης αποτελούν επίλεκτο στόχο τους. Εμβληματικό είναι το παράδειγμα της Ονδούρας: συμμορίες ναρκεμπόρων που έχουν σφετεριστεί εδάφη των ιθαγενών «γαρίφουνα» για να φτιάξουν πίστες προσγείωσης των αεροσκαφών τους, απήγαγαν πρόσφατα την ηγέτιδα της κοινότητας Μίριαμ Μιράντα απειλώντας να τη σκοτώσουν αν οι ιθαγενείς ξαναπλησίαζαν το παράνομο αεροδρόμιό τους.
Οι φόνοι είναι η πιο ακραία μορφή βίας που αντιμετωπίζουν, ο τελευταίος κρίκος μιας αλυσίδας καταστολής και εκφοβισμού, εκβιασμών, απειλών και σωματικών επιθέσεων που συνοδεύεται από προσπάθειες ποινικοποίησης των διαμαρτυριών, περιορισμού των ελευθεριών και αποδυνάμωσης των νόμων για την περιβαλλοντική προστασία.
Κάποιες κυβερνήσεις φτάνουν ακόμη και να χρησιμοποιούν την αντιτρομοκρατική νομοθεσία κατά ακτιβιστών που μάχονται εναντίον κολοσσιαίων και εξαιρετικά καταστροφικών για το περιβάλλον και τις τοπικές κοινότητες επενδύσεων.
Η συντριπτική πλειονότητα των υποθέσεων φόνων ακτιβιστών κλείνει χωρίς ποτέ να εξιχνιαστούν ή να καταδικαστούν οι δράστες δίνοντας ξεκάθαρο μήνυμα στους εγκληματίες ότι μπορούν να συνεχίσουν να σπέρνουν τον θάνατο: σε μόλις τρεις ημέρες και ενώ τυπωνόταν η έκθεση της Global Witness, τρεις ακόμη ακτιβιστές για το δικαίωμα στη γη δολοφονήθηκαν στη Γουατεμάλα, την Ονδούρα και την Κολομβία.
