Το πώς θα αντιμετωπίσει τα πολλαπλά ανοικτά «μέτωπα» καλείται να αποφασίσει η κυβέρνηση, καθώς το Γιούρογκρουπ της Δευτέρας κατέγραψε μεν πρόοδο, δεν έφερε όμως υλικό αποτέλεσμα. Οι υπουργοί της κυβέρνησης θα συνεδριάσουν και σήμερα υπό τον πρωθυπουργό, στο Μέγαρο Μαξίμου αυτή τη φορά, ωστόσο με δεδομένο ότι οι μέρες τελειώνουν και οι αντοχές, οικονομικές και ενδοκυβερνητικές εξαντλούνται, η λήψη σημαντικών αποφάσεων επείγει. Χαρακτηριστική της κατάστασης ήταν η χθεσινή συνεδρίαση του κυβερνητικού συμβουλίου, στην οποία δεν καταγράφηκαν εντάσεις, αλλά ο προβληματισμός ήταν εμφανής, καθώς «έχουμε μπει στο πιο κρίσιμο σημείο των διαπραγματεύσεων».
Η κυβέρνηση φαίνεται να έχει χωριστεί σε τρία «κομμάτια»: από τη μία μεριά υπάρχουν οι «αισιόδοξοι», εκείνοι δηλαδή που θεωρούν ότι η συμφωνία θα κλείσει με αμοιβαίο συμβιβασμό, καθώς «δεν υπάρχει χώρος για αδιέξοδα ούτε στην Αθήνα ούτε στους θεσμούς». Από την άλλη υπάρχουν οι «απαισιόδοξοι», οι οποίοι προβλέπουν ότι η κυβέρνηση θα κληθεί να συναινέσει σε προτάσεις που «σπάνε» τη λαϊκή εντολή.
Τέλος υπάρχει η μεγαλύτερη μερίδα που επιθυμεί να σχηματιστεί ένα συγκεκριμένο «εσωτερικό» χρονοδιάγραμμα, βάσει του οποίου θα κάνει τα επόμενα βήματά της η κυβέρνηση εκτιμώντας κάθε φορά πώς βαίνει η διαπραγμάτευση.
Οι υποστηρικτές της τρίτης αντίληψης θεωρούν ότι αυτή η τακτική θα «θωρακίσει» την κυβέρνηση τόσο απέναντι στους θεσμούς, που είναι έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να επιδώσουν «τελεσίγραφα» στην Αθήνα, όσο και εσωτερικά, ώστε να αποφευχθεί μια εικόνα «το μισό υπουργικό να πανηγυρίζει και το άλλο μισό να διαδηλώνει», όπως έλεγε κορυφαίο κυβερνητικό στέλεχος.
Μήνυμα Τσίπρα
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός, εξετάζοντας αυτή την προοπτική, κατά την εισήγησή του στο χθεσινό κυβερνητικό συμβούλιο, επέλεξε να στείλει μήνυμα με πολλαπλούς αποδέκτες.
Είπε ότι «η ελληνική πλευρά μέχρι στιγμής έχει ανταποκριθεί στο ακέραιο και έχει κάνει όσα περισσότερα βήματα είναι δυνατόν προς τη πλευρά των Ευρωπαίων εταίρων, δείχνοντας έμπρακτα τον σεβασμό στις διαδικασίες, στους νόμους και στο πλαίσιο λειτουργίας της ευρωζώνης». Πέταξε όμως το μπαλάκι στην απέναντι πλευρά λέγοντας ότι «τώρα είναι η σειρά και των εταίρων να κάνουν τα απαραίτητα βήματα προκειμένου και αυτοί να αποδείξουν έμπρακτα τον σεβασμό τους στη δημοκρατική ετυμηγορία των λαών, εντός του κοινού ευρωπαϊκού πλαισίου». Αναφορικά δε με τις «κόκκινες γραμμές» ο Αλέξης Τσίπρας είπε ότι πρέπει «να προστατεύσουμε τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους, τη λαϊκή οικογένεια που πέντε χρόνια τώρα λεηλατήθηκε από την ατελέσφορη λιτότητα του μνημονίου».
Υπάρχει το χρονικό περιθώριο για την τακτική που φαίνεται να υπερισχύει στο κυβερνητικό σχήμα; Προφανώς το δεκαπενθήμερο που απομένει για την επίτευξη συμφωνίας είναι «ασφυκτικό», εξ ου και καλλιεργείται στα κορυφαία κυβερνητικά κλιμάκια η ιδέα, αν η πορεία των διαπραγματεύσεων προμηνύει τελεσίγραφα από τους δανειστές, να κατατεθεί μια «πρόταση – πακέτο» από την ελληνική πλευρά. Αυτή η πρόταση – πακέτο θα προσδώσει, σύμφωνα με τους εμπνευστές της, το ηθικό πλεονέκτημα στην ελληνική πλευρά να αποδείξει προς την διεθνή κοινή γνώμη ότι έχει την διάθεση για υποχωρήσεις και στο εσωτερικό της Ελλάδας ότι κρατά ανέπαφες, έστω και με κάποιες αναγκαίες χρονικές μεταθέσεις, τις κόκκινες γραμμές της.
Μέσα στον Μάιο
Η συζήτηση πάντως για δημοψήφισμα δεν απασχόλησε το χθεσινό κυβερνητικό συμβούλιο, καθώς δημοσίως η κυβέρνηση επαναλαμβάνει ότι παραμένει αισιόδοξη για επίτευξη συμφωνίας, και μάλιστα μέσα στον Μάιο. Ωστόσο ο πρωθυπουργός κρατά στο «συρτάρι» του ακόμα κάποιες πτυχές της διαπραγματευτικής τακτικής, τις οποίες θα ανασύρει εντός των επόμενων εβδομάδων. Δεν αποκλείεται δηλαδή ο Αλέξης Τσίπρας να επιδιώξει μια «πολιτική συμφωνία κορυφής», θέτοντας το ζήτημα στο ανώτατο επίπεδο. Δεν αποκλείεται δηλαδή η ελληνική κυβέρνηση, αν δει ότι συναντά «τοίχο» από τους θεσμούς σε τεχνικό επίπεδο, να επιδιώξει συμφωνία για την Ελλάδα στη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στη Ρίγα της Λετονίας στις 21 και 22 Μαΐου.
Σήμερα αναμένεται να τεθούν στο τραπέζι της συζήτησης στο Μαξίμου κάποιες πιο επεξεργασμένες προτάσεις αναφορικά με τα φορολογικά ζητήματα, ενώ η κυβέρνηση θα κρατήσει στην «αναμονή» όσα νομοσχέδια και παρεμβάσεις άπτονται της διαπραγμάτευσης.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και οι ιδιωτικοποιήσεις, για την οποίες το Μαξίμου, παρά τις εισηγήσεις, επιφυλάσσεται να δώσει την τελική της άποψη, μιας και θα πρέπει να διεξαχθούν ουκ λίγες συζητήσεις εντός της κυβέρνησης, αλλά και των κομμάτων που την συναπαρτίζουν.
