Ενα μεγάλο μέρος της δημόσιας αντιπαράθεσης σχετικά με τη διαπραγμάτευση επικεντρώθηκε στην επικοινωνιακή στρατηγική της κυβέρνησης και, κυρίως, του υπουργού Οικονομικών. Το ερώτημα είναι αν η επικοινωνιακή αυτή εξωστρέφεια είναι αποτελεσματική και ποιες είναι οι τυχόν άλλες παράλληλες επιδράσεις της. Η ύπαρξη ενός επικοινωνιακού Blitzkrieg δημιούργησε έντονες πληροφοριακές εκροές που αποτιμήθηκαν κριτικά όχι μόνο στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό, με τις γνωστές πρόσφατες εξελίξεις. Εγινε επιπλέον γνωστή («Εφ.Συν.», 27/4/2015) η ύπαρξη ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού παραγωγής και διαρροής ειδήσεων και πληροφοριών από την καρδιά της Ευρώπης στα μεγάλα διεθνή ΜΜΕ. Η παραγωγή αυτή ειδήσεων μεταγράφεται στην Ελλάδα δημιουργώντας εντυπώσεις, ειδησεογραφία και κυρίως πιέσεις στην ίδια την κυβέρνηση. Η επίθεση στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης μέσω της επικοινωνιακής στοχοποίησης του υπουργού Οικονομικών, όπως αποτυπώθηκε και στο τελευταίο Eurogroup της 24ης Απριλίου, επέτεινε τις πολιτικές αμφισβητήσεις και τις κοινωνικές αμφιβολίες σχετικά με την πορεία της χώρας.
Τι είναι όμως αυτό που προκάλεσε εσωτερικές και διεθνείς δυσθυμίες; Θα υπογραμμίσουμε τέσσερα, κατά τη γνώμη μας, επίμαχα σημεία που αναδεικνύουν τα χαρακτηριστικά της επικοινωνιακής στρατηγικής.
Το πρώτο σημείο αναφέρεται στην αρχική επιμονή του υπουργού Οικονομικών να δημοσιοποιεί τις συζητήσεις που λάμβαναν χώρα στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών θεσμών. Η θέση αυτή ήρθε σε αντίθεση με τη μέχρι τώρα άρνηση του going public (δημοσιοποίηση) από τις ευρωπαϊκές ελίτ. Η μη ορατότητα αποφάσεων και διαβουλεύσεων υπήρξε η σταθερή στρατηγική μικρών κύκλων επιλεκτικών δρώντων, αρνητικών απέναντι σε μη ελεγχόμενες απειλές που συνεπάγεται η δημοσιοποίηση. Η δημοσιοποίηση στοιχείων της διαπραγμάτευσης ενέχει, σύμφωνα με τη λογική αυτή, μεγαλύτερους κινδύνους στο να εκθέσει τους συσχετισμούς δύναμης, όπως έχουν διαμορφωθεί στον μακρο-χρόνο, έναντι ενός ενδεχόμενου κέρδους μικρής διάρκειας (που ενισχύει τη δημοφιλία κυρίως της πλευράς που δημοσιοποιεί).
Κατά δεύτερο λόγο, η εξωστρέφεια στην επικοινωνιακή δραστηριοποίηση της κυβέρνησης αποσκοπούσε στην πρόκληση του ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης και των ΜΜΕ, εγχώριων και ευρωπαϊκών. Μια παρόμοια στρατηγική απαντάται, συνήθως, όταν νέοι δρώντες επιχειρούν να ενσωματωθούν σε καθιερωμένους πολιτικούς συσχετισμούς δύναμης. Στις περιπτώσεις αυτές, στις οποίες ανήκει και η σημερινή κυβέρνηση, αναζητείται μια νέα ισορροπία που στηρίζεται στην εξεύρεση εξωτερικών, ως προς το διαπραγματευτικό πλαίσιο, στηριγμάτων προς αντιστάθμισμα των αδύναμων στηριγμάτων στο εσωτερικό των υπαρχόντων συσχετισμών. Η καταφυγή στην εξωτερική νομιμοποίηση διανοίγει ένα παράθυρο ευκαιρίας σε απόπειρες μεταβολής των συσχετισμών, αλλά και δημοσιοποίησης των διαπραγματευτικών κινήσεων που μέχρι εχθές παρέμεναν στο διπλωματικό σκοτάδι. Αναδείχθηκε παράλληλα με το θεσμικό πεδίο διαπραγμάτευσης ένα πεδίο επικοινωνιακής διαπραγμάτευσης, στο οποίο διεξάγεται ένας λεκτικός «πόλεμος» όπου κάθε πρωτοβουλία μπορεί να ακυρώνει τις προηγούμενες αλλά και να δημιουργεί νέα δεδομένα ή να ασκεί πιέσεις στον υπάρχοντα συσχετισμό δυνάμεων.
Η εν λόγω επικοινωνιακή εξωστρέφεια, κατά έναν τρίτο και σημαντικό λόγο, ανέδειξε την ύπαρξη μιας ευρωπαϊκής πολιτικής δημοσιότητας, εν μέρει αδιαμόρφωτης, αλλά και ισχυρής στην επεξεργασία στερεοτύπων και αναφορικών πλαισίων που μπορεί, σε έναν βαθμό, να επηρεάσει την ατζέντα στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κρατών. Εχει πλέον διαφανεί ότι παράλληλα με την εθνική δημοσιότητα συγκροτείται και μια ευρωπαϊκή, γεγονός που απαιτεί μια διπλή συναίνεση. Η αναμόχλευση στερεοτυπικών αναφορών από δημοσιογράφους σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα και η επιμονή στην αναζήτηση των ελληνικών κυβερνητικών απόψεων δηλώνουν την ανάγκη να ξεδιπλωθούν τόσο η πολιτική στρατηγική όσο και οι αναγκαιότητες της Ελλάδας στην κοινή γνώμη της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Το τέταρτο στοιχείο συνδέεται με την ανάδυση της επικοινωνιακής διπλωματίας που κατά την άποψη ορισμένων διπλωματών (βλ. σχετ. Κων. Προκάκης) ορίζεται ως επικοινωνία, στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής, μιας κυβέρνησης με την κοινή γνώμη άλλων κρατών μέσω της ενεργοποίησης της κοινωνικής δράσης. Η διαχείριση, ωστόσο, ενός νέου εθνικού και ευρωπαϊκού πλαισίου υπερβαίνει τα όρια της μέχρι τούδε ασκούμενης εξωτερικής πολιτικής. Η Ελλάδα μπαίνει στο επίκεντρο των δημόσιων αντιπαραθέσεων και συζητήσεων και παίρνει μέρος στη διεξαγόμενη αντιπαράθεση τάσεων για την Ευρώπη που επίκειται.
Καταλήγοντας, σημειώνουμε ότι η έννοια της επικοινωνιακής διπλωματίας αναδεικνύεται σε έννοια-ομπρέλα που συμπεριλαμβάνει το σύνολο των επικοινωνιακών στρατηγικών, κυβερνητικών, κοινοβουλευτικών και ευρωπαϊκών. Η πολυεπίπεδη διακυβέρνηση της σημερινής κυβέρνησης απαιτεί συντονισμό όχι μόνο στο εσωτερικό αλλά πολύ περισσότερο στο εξωτερικό, ώστε να παραχθεί ένα συνεκτικό αποτέλεσμα. Είναι κρίσιμο, επομένως, να υπάρχει μια στρατηγική διαχείρισης του συνόλου των μετώπων μέσω και της ύπαρξης ενός ισχυρού εθνικού επικοινωνιακού μηχανισμού, ο οποίος θα δημιουργεί αναχώματα στον ευρωπαϊκό μηχανισμό παραγωγής και διαρροής πληροφοριών. Η διαρροή ειδήσεων στις «ναυαρχίδες» των ευρωπαϊκών μέσων δεν μπορεί να είναι η δουλειά ενός μόνο προσώπου. Απαιτεί την ενεργοποίηση μηχανισμών που ήδη ενυπάρχουν στο πλαίσιο του υπουργείου Εξωτερικών και των ευρωπαϊκών πρεσβειών, αλλά και ένα επικοινωνιακό κέντρο που θα συντονίζει τα επιμέρους εθνικά και ευρωπαϊκά πεδία. Η επικοινωνιακή διπλωματία ξεδιπλώνεται σε όλα τα μέτωπα, στον χρόνο της διαπραγμάτευσης και πέρα από αυτόν, και συμβαδίζει με τις επικοινωνιακές επιλογές στο εσωτερικό. Αναδεικνύεται έτσι η αναγκαιότητά της στον βαθμό που μπορεί να διαχέει αποτελεσματικά την κυβερνητική πολιτική στην ευρωπαϊκή δημοσιότητα και να αναιρεί τις όποιες απόπειρες διαμόρφωσης μιας επικοινωνιακής στοχοποίησης.
*Διδάσκει στο Tμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου
