Ποινές κάθειρξης 12 ετών επέβαλε χθες το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων σε τέσσερις εφοριακούς της «αμαρτωλής» ΔΟΥ Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής, που κάθισαν στο εδώλιο για την υπόθεση των παράνομων επιστροφών ΦΠΑ η οποία ζημίωσε το ελληνικό Δημόσιο με εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ.
Πρόκειται για την προϊσταμένη, έναν τμηματάρχη, τον επόπτη κι έναν ελεγκτή. Μαζί τους καταδικάστηκε σε κάθειρξη 15 ετών ένας επιχειρηματίας που ήδη εκτίει ισόβια κάθειρξη γιατί προσκόμισε 1,5 εκατομμύριο ευρώ πλαστά παραστατικά. Επίσης, επέβαλε ποινή δέκα ετών στη σύζυγό του και στη διαχειρίστρια της εταιρείας.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, από τον Αύγουστο του 1998 ώς τον Οκτώβριο του 2000, οι κατηγορούμενοι ιδιώτες υπέβαλλαν περιοδικές και εκκαθαριστικές δηλώσεις ΦΠΑ επιχείρησης, στις οποίες περιελάμβαναν ανύπαρκτες ενδοκοινοτικές παραδόσεις και εξαγωγές, εκδίδοντας αντίστοιχα εικονικά τιμολόγια πώλησης και πλαστές φορτωτικές. Ετσι εισέπραξαν παράνομα ως επιστροφή, συνολικό ποσόν 1,5 εκατομμυρίου ευρώ, κατόπιν συμπαιγνίας και άριστης συνεννόησης με τους συγκατηγορουμένους εφοριακούς υπαλλήλους της ΔΟΥ Νέων Μουδανιών.
Η υπόθεση των παράνομων επιστροφών, που έχει διαχωριστεί σε δεκάδες δικογραφίες, έχει χαρακτηριστεί ως «σκάνδαλο των σκανδάλων» και ενδεικτικό είναι ότι μέχρι σήμερα δεν έχει υπολογιστεί η συνολική ζημία του ελληνικού Δημοσίου. Αποκαλύφθηκε ύστερα από τυχαίο έλεγχο του ΣΔΟΕ που αποκάλυψε ότι όλη η εξαγωγική επιχείρηση ήταν ένα γραφείο με ένα τηλέφωνο, αλλά οι ιδιοκτήτες του είχαν εισπράξει τεράστια ποσά από επιστροφές ΦΠΑ.
Από τις έρευνες προέκυψε πως είχαν στηθεί δεκάδες παρόμοιες επιχειρήσεις στη Θεσσαλονίκη, οι οποίες με εικονικά τιμολόγια παρουσίαζαν ενδοευρωπαϊκές εξαγωγές διάφορων προϊόντων που δεν έγιναν ποτέ και εισέπρατταν τεράστια ποσά από την επιστροφή του φόρου. Μέχρι σήμερα δεκάδες υποθέσεις έφτασαν στα ακροατήρια των κακουργιοδικείων, ενώ ο επιχειρηματίας που καταδικάστηκε χθες σε κάθειρξη 15 ετών, σε άλλο δικαστήριο στο παρελθόν είχε καταδικαστεί σε ισόβια.
Πάντως, σε όλους τους καταδικασθέντες χθες, το δικαστήριο έδωσε το δικαίωμα έφεσης υπό τον όρο καταβολής εγγυοδοσίας χρηματικών ποσών που κυμαίνονται από 5 έως 15 χιλιάδες ευρώ.
